Monday, 22 April 2019

Αναγνώστης

Ο Αναγνώστης στην Ορθόδοξη και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι αυτόνομος βαθμός κατώτερου κληρικού, του οποίου η διακονία έχει να κάνει με την ανάγνωση αγιογραφικών κειμένων, τα οποία σε συνέχεια της ιουδαϊκής παράδοσης αναγιγνώσκονται στις χριστιανικές ακολουθίες κατά την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων.
Συνήθως ο βαθμός του Αναγνώστη αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο για την είσοδο κάποιου στον ανώτερο κλήρο ενώ αρκετές φορές απονέμεται και στους ιεροψάλτες. 
Η χειροθεσία κάποιου σε αναγνώστη γίνεται από τον Επίσκοπο με την ανάγνωση ειδικής ευχής. Ο κύριος λόγος της δημιουργίας αυτής της ειδικής τάξης κληρικών ήταν η ανάγκη για πρόσωπα με εξειδικευμένη καλλιέργεια στην ανάγνωση των Γραφών.
Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ο αναγνώστης εκφωνούσε και τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. 
Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας στην Απολογία του κάνει αναφορά στη συνήθεια της δημόσιας ανάγνωσης από τα «ἀπομνημονεύματα τῶν ἀποστόλων ἢ τὰ συγγράμματα τῶν προφητῶν» από τους πρώτους Χριστιανούς. 
Με την πάροδο του χρόνου όμως η σημασία του αξιώματος μειώθηκε και την ανάγνωση του Ευαγγελίου τελεί πλέον ο Διάκονος, ενώ ο Απόστολος εκφωνείται είτε από τον υποδιάκονο στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είτε από τον ψάλτη ή άλλον λαϊκό στη Ορθόδοξη Εκκλησία. 
Ο ρόλος του αναγνώστη περιορίστηκε έτσι στα υπόλοιπα ιερά αναγνώσματα, τα οποία αναγιγνώσκονται στη χριστιανική λειτουργία (προφητείες, ψαλμοί και άλλα αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη).
Μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο περίπου, οι αναγνώστες ως κατώτεροι κληρικοί, αποκλείονταν και αυτοί όπως οι ανώτεροι από την υποχρεωτική στράτευση και επιστράτευση, ενώ ήταν υποχρεωτικό να φοράνε όχι μόνο μέσα στο ναό, αλλά και στις δημόσιες εμφανίσεις τους εσώρασο γκρίζου χρώματος και μαύρο εξώρασο, καθώς και να φέρουν υπογένειο. 
Άλλο επίσης χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας του ρόλου του αναγνώστη στην εκκλησία, αλλά και της κοινωνικής αποδοχής και σεβασμού που απολαμβάνε, είναι το γεγονός, ότι έως και σήμερα στην Επτάνησο τον αναγνώστη τον αποκαλούν κατά το τοπικό ιδίωμα «abate» που στα ιταλικά σημαίνει ηγούμενος, ίσως γιατί στα μοναστήρια τα του αναγνώστη τα απαγγέλει συχνά ο προεστώς, δηλαδή ο ηγούμενος. 
Οι αναγνώστες ευλογούνταν από τον Επίσκοπο για να διαβάζουν και να υπομνηματίζουν τις Γραφές, στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Επίσης αναλάμβαναν κατηχητικό ρόλο και εκφωνούσαν ποιμαντικές ομιλίες προς την τοπική κοινότητα. Στα καθηκόντά τους περιλαμβανόταν και η συμμετοχή στην υμνολογία. 
Στην Εκκλησία της Ελλάδος, σήμερα, είναι ο μοναδικός, από τους πολλούς παλαιότερους, βαθμός κατώτερου κληρικού που εξακολουθεί να υφίσταται.

Wednesday, 10 April 2019

Κυριακοδρόμιο

Κυριακοδρόμιο καλείται η διατεταγμένη σειρά των Κυριακών ενός έτους. 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ορίσει ποιες ευαγγελικές και ποιες αποστολικές περικοπές αναγιγνώσκονται κάθε Κυριακή του έτους. Επίσης, όρισε έντεκα αναστάσιμες ευαγγελικές περικοπές, που αναγιγνώσκονται μόνο ημέρα Κυριακή και πριν την Θεία Λειτουργία. 
Κάθε μια από αυτές τις περικοπές ονομάζεται Εωθινό Ευαγγέλιο (δηλαδή πρωινό Ευαγγέλιο) και εναλλάσσονται κυκλικά κάθε Κυριακή. Ομοίως, κυκλικά εναλλάσσονται και οι οκτώ ήχοι, που ψάλλονται κάθε Κυριακή. 

Οι Κυριακές χωρίζονται ως εξής: 

(α) 8 Κυριακές του Πεντηκοσταρίου 
(β) 17 Κυριακές του Ματθαίου 
(γ) 17 Κυριακές του Λουκά 
(δ) 5 Κυριακές των Νηστειών 
(ε) 3 ακόμη Κυριακές από το Τριώδιο (Αποκρέω, Τυροφάγου και Βαΐων) 
(στ) 2 Κυριακές πριν και μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού 
(ζ) 2 Κυριακές πριν και μετά τα Χριστούγεννα 
(η) 2 Κυριακές πριν και μετά τα Θεοφάνεια 

Οι έντεκα εωθινές ευαγγελικές περικοπές έχουν οριστεί ως εξής:
ΑρίθμησηΕυαγγελική περικοπή
Α'Ματθ. κη' 16-20
Β'Μάρκ. ιστ' 1-8
Γ'Μάρκ. ιστ' 9-20
Δ'Λουκ. κδ' 1-12
Ε'Λουκ. κδ' 12-35
ΣΤ'Λουκ. κδ' 36-53
Ζ'Ιωάν. κ' 1-10
Η'Ιωάν. κ' 11-18
Θ'Ιωάν. κ' 19-31
Ι'Ιωάν. κα' 1-14
ΙΑ'Ιωάν. κα' 15-25
1ο Μέρος.
Καθορίζεται από τα Άγια Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Προ των ΦώτωνΒ' Τιμ. δ' 5-8Μάρκ. α' 1-8
Των ΦώτωνΤιτ. β' 11-14, γ' 4-7Ματθ. γ' 13-17
2ο Μέρος
Εμβόλιμο (εξαρτάται από το Πάσχα)
Αυτό το μέρος αποτελεί εμβόλιμο τμήμα του Κυριακοδρομίου. Παρεμβάλλεται μεταξύ της Κυριακής προ των Φώτων (ή αν υπάρχει Κυριακής των Φώτων) και της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου. Η ύπαρξη και το μήκος αυτού εξαρτώνται από το πόσο νωρίς ή αργά θα εορταστεί το Πάσχα μιας δεδομένης χρονιάς.
ΚυριακέςΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Μετά των ΦώτωνΕφεσ. δ' 7-13Ματθ. δ' 12-17
ΙΒ' Λουκά (Των Δέκα Λεπρών)Κολ. γ' 4-11Λουκ. ιζ' 12-19
ΙΔ' ΛουκάΑ' Τιμ. α' 15-17Λουκ. ιη' 35-43
ΙΕ' Λουκά (Του Ζακχαίου)Α' Τιμ. δ' 9-15Λουκ. ιθ' 1-10
ΙΕ' Ματθαίου (Του Νομικού)Β' Κορ. δ' 6-15Ματθ. κβ' 35-46
ΙΣΤ' Ματθαίου (Των Ταλάντων)Β' Κορ. στ' 1-10Ματθ. κε' 14-30
ΙΖ' Ματθαίου (Της Χαναναίας)Β' Κορ. στ' 16 - ζ' 1Ματθ. ιε' 21-28
3ο Μέρος (Τριώδιον)
Καθορίζεται από τα Πάσχα
Κυριακή
Αποστολική περικοπή
Ευαγγελική περικοπή
ΙΣΤ' Λουκά (Τελώνου και Φαρισαίου
Β' Τιμ. γ' 10-15
Λουκ. ιη' 10-14
ΙΖ' Λουκά (Του Ασώτου)
Α' Κορ. στ' 12-20
Λουκ. ιε' 11-32
Της Αποκρέω
Α' Κορ. η' 8 - θ' 2
Ματθ. κε' 31-46
Της Τυροφάγου
Ρωμ. ιγ' 11 - ιδ' 4
Ματθ. στ' 14-21
Α' Νηστειών (της Ορθοδοξίας)
Εβρ. ια' 24-26, 32-40
Ιωάν α' 44-52
Β' Νηστειών (Γρηγορίου του Παλαμά)
Εβρ. α' 10- β' 3
Μάρκ. β' 1-12
Γ' Νηστειών (της Σταυροπροσκυνήσεως)
Εβρ. δ' 14- ε' 6
Μάρκ. η' 34- θ' 1
Δ' Νηστειών (του Αγίου Ιωάννου συγγραφέως της Κλίμακος)
Εβρ. στ' 13-20
Μάρκ. θ' 17-31
Ε' Νηστειών (της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας)
Εβρ. θ' 11-14
Μάρκ. ι' 32-45
Των Βαΐων
φιλιπ. δ' 4-9
Ιωάν. ιβ' 1-18
4ο Μέρος (Πεντηκοστάριον)
Καθορίζεται από τα Πάσχα
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπήΉχοςΕωθινό
Α' ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ (Η Ανάστασις του Κυρίου)Πραξ. α' 1-8Ιωάν. α' 1-17--
Β' (Της Ψηλαφήσεως του Θωμά)Πραξ. ε' 12-20Ιωάν. κ' 19-31-Α'
Γ' (Των Μυροφόρων)Πραξ. στ' 1-7Μάρκ. ιε' 43- ιστ' 8Β'Δ'
Δ' (Του Παραλύτου)Πραξ. θ' 32-42Ιωάν. ε' 1-15Γ'Ε'
Ε' (Της Σαμαρείτιδος)Πραξ. ια' 19-30Ιωάν. δ' 5-42Δ'Ζ'
ΣΤ' (Του Τυφλού)Πραξ. ιστ' 16-34Ιωάν. θ' 1-38Πλάγιος Α'Η'
Ζ' (Των Αγίων 318 Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου)Πραξ. κ' 16-18, 28-36Ιωάν. ιζ' 1-13Πλάγιος Β'Ι'
Η' (Της Πεντηκοστής)Πραξ. β' 1-11Ιωάν. ζ' 37-52, η' 12--
5ο Μέρος (Κυριακές του Ματθαίου)
Καθορίζεται από το Πάσχα
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπήΉχοςΕωθινό
Α' Ματθαίου (Των Αγίων Πάντων)Εβρ. ια' 33- ιβ' 2Ματθ. ι' 32-33, 37-38, ιθ' 27-30Πλάγιος Δ'Α'
Β' Ματθαίου (Των εν Αγίω όρει διαλαμψάντων Πατέρων)Ρωμ. β' 10-16Ματθ. δ' 18-23Α'Β'
Γ' Ματθαίου (Των Αγίων Νεομαρτύρων των μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων)Ρωμ. ε' 1-10Ματθ. στ' 22-33Β'Γ'
Δ' ΜατθαίουΡωμ. στ' 18-23Ματθ. η' 5-13Γ'Δ'
Ε' ΜατθαίουΡωμ. ι' 1-10Ματθ. η' 28- θ' 1Δ'Ε'
ΣΤ' ΜατθαίουΡωμ. ιβ' 6-14Ματθ. θ' 1-8Πλάγιος Α'ΣΤ'
Ζ' ΜατθαίουΡωμ. ιε' 1-7Ματθ. 8' 27-35Πλάγιος Β'Ζ'
Η' ΜατθαίουΑ' Κορ. α' 10-17Ματθ. ιδ' 14-22ΒαρύςΗ'
Θ' ΜατθαίουΑ' Κορ. γ' 9-17Ματθ. ιδ' 22-34Πλάγιος Β'Θ'
Ι' ΜατθαίουΑ' Κορ. δ' 9-16Ματθ. ιζ' 14-23Α'Ι'
ΙΑ' ΜατθαίουΑ' Κορ. θ' 2-12Ματθ. ιη' 23-35Β'ΙΑ'
ΙΒ' ΜατθαίουΑ' Κορ. ιε' 1-11Ματθ. ιθ' 16-26Γ'Α'
ΙΓ' ΜατθαίουΑ' Κορ. ιστ' 13-24Ματθ. κα' 33-42Δ'Β'
ΙΔ' ΜατθαίουΒ' Κορ. α' 21- β' 4Ματθ. κβ' 1-4Πλάγιος Α'Γ'
ΙΕ' ΜατθαίουΒ' Κορ. δ' 6-15Ματθ. κβ' 35-46Πλάγιος Β'Δ'
ΙΣΤ' ΜατθαίουΒ' Κορ. στ' 1-10Ματθ. κε' 14-30ΒαρύςΕ'
ΙΖ' ΜατθαίουΒ' Κορ. στ' 16- ζ' 1Ματθ. ιε' 21-28Πλάγιος Δ'ΣΤ'
6ο Μέρος
Καθορίζεται από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Προ της ΥψώσεωςΓαλ. στ' 11-18Ιωάν. γ' 13-17
Της ΥψώσεωςΑ' Κορ. α' 18-24Ιωάν. ιθ' 6-11, 13-20, 25-28, 30-35
Μετά την ΎψωσινΓαλ. β' 16-20Μάρκ. η' 34 - θ' 1
Α' ΛουκάΒ' Κορ. θ' 6-11Λουκ. ε' 1-11
Β' ΛουκάΒ' Κορ. ια' 31 - ιβ' 9Λουκ. στ. 31-36
Γ' ΛουκάΓαλ. α' 11-19Λουκ. ζ' 11-16
Δ' Λουκά (Αγίων Πατέρων της Ζ' Οικ. Συνόδου)Τιτ. γ' 8-15Λουκ. η' 4-15
ΣΤ' ΛουκάΕφεσ. β' 4-10Λουκ. η' 26-39
Ζ' ΛουκάΕφεσ. β' 14-22Λουκ. η' 41-56
Ε' ΛουκάΓαλ. στ' 11-18Λουκ. ιστ' 19-31
Η' ΛουκάΕφεσ. δ' 1-7Λουκ. ι' 25-37
Θ' ΛουκάΕφεσ. ε' 8-19Λουκ. ιβ' 16-21
ΙΓ' ΛουκάΚολ. γ' 12-16Λουκ. ιη' 18-27
ΙΔ' ΛουκάΑ' Τιμ. α' 15-17Λουκ. ιη' 35-43
ΙΣΤ' ΜατθαίουΒ' Κορ. στ' 1-10Ματθ. κε' 14-30
7ο Μέρος
(Καθορίζεται από τα Χριστούγεννα)
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Ι' ΛουκάΕφεσ. στ' 10-17Λουκ. ιγ' 10-17
ΙΑ' Λουκά (Των Προπατόρων)Κολ. α' 12-18Λουκ. ιδ' 16-24
Προ της Χριστού ΓεννήσεωςΕβρ. ια' 9-10, 32-40Ματθ. α' 1-25
Της Χριστού ΓεννήσεωςΓαλ. δ' 4-7Ματθ. β' 1-12
Μετά την Χριστού ΓέννησινΓαλ. α' 11-19Ματθ. β' 13-23

Sunday, 17 March 2019

Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία

Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο, γι’ αυτό και ο Ιερεύς φοράει άμφια πένθιμου χρώματος. 
☦☦☦☦☦☦☦
Ο ΝΒ (52) κανόνας της ΣΤ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει ότι «εν πάσαις ταις της Αγίας Τεσσαρακοστής των νηστειών ημέραις, παρεκτός Σάββατον και Κυριακής και της Αγίας του Ευαγγελισμού ημέρας, γινέσθω η των προηγιασμένων ιερά Λειτουργία».
Επειδή οι ημέρες της Αγίας Τεσσαρακοστής είναι ημέρες πένθους και κατανύξεως προστάζει ο παρών Κανών στις άλλες ημέρες κατά βάση Τετάρτες και Παρασκευές να γίνεται η των προηγιασμένων Λειτουργία, κατά δε τα Σάββατα και τις Κυριακές, ως ημέρες ιλαρώτερες καθώς και την ημέρα του Ευαγγελισμού να γίνεται κανονική θεία Λειτουργία. (Θυσία και Λειτουργία τέλεια).
Τονίζεται επίσης στο Πηδάλιο ότι η προηγιασμένη Λειτουργία είναι από τους χρόνους των διαδόχων των Αποστόλων σύμφωνα με την νστ (56) απόκριση του Συμεών του Θεσσαλονίκης και προ της εποχής του Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου
Μνημονεύουμε δε του Αγ. Γρηγορίου του Διαλόγου στην απόλυση της προηγιασμένης ή γιατί ο Διάλογος παρέδωσε αυτήν την θεία Λειτουργία στους Ρωμαίους στις ημέρες της Σαρακοστής και έδωσε εντολή και στους Ανατολικούς να την επιτελούν την Σαρακοστή, όπως θέλουν μερικοί, ή γιατί ο Διάλογος την εκαλλώπισε και την έφερε σε αυτή την τάξη.
Επινόησαν δε οι Πατέρες την Προηγιασμένη θεία Λειτουργία, για να γινώμεθα μέτοχοι και στις νηστήσιμες ημέρες της ουρανίου ζωής και χάριτος με την μετάληψη των Αγίων Μυστηρίων. 
Και όπως οι στρατιώτες εκείνοι που πολεμούν και το βράδυ παύουν τον πόλεμο και μεταλαμβάνουν τροφή και φαγητό, για να δυναμώσουν και να πολεμήσουν πάλι τους εχθρούς την ερχόμενη ημέρα, έτσι και εμείς μεταλαμβάνουμε (το εσπέρας) από το σώμα και το αίμα του Κυρίου τα προηγιασμένα από το Σάββατο η την Κυριακή, για να ενδυναμωθούμε και να πολεμήσουμε πάλι γενναιότερα τους νοητούς εχθρούς.

Στο περιοδικό «Νεανικά Αγκυροβολήματα» αναφέρεται:
«Το όνομά της η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία το πήρε από τα Τίμια Δώρα (ο Άρτος και ο Οίνος) που έχουν προαγιασθή σε προηγούμενη Θεία Λειτουργία. Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό Τιμίων Δωρων και μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. 
Η Εκκλησία μας καθόρισε η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων να τελήται όλες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. 
Ο Ιερεύς κάθε Σάββατο η Κυριακή της Μεγ. Τεσσαρακοστής κόβει από το πρόσφορο τον λεγόμενο «Αμνό», δηλαδή το τετράγωνο εκείνο τεμάχιο της σφραγίδας που γράφει ΙΣ-ΧΣ-ΝΙ-ΚΑ και το τοποθετεί επάνω στο ιερό Δισκάριο μαζί με τον «Αμνό» της Θείας Λειτουργίας που επιτελεί. 
Ανάλογα προς τον αριθμό των Λειτουργιών των Προηγιασμένων, που θα τελέση κατά την εβδομάδα που ακολουθεί, ο Ιερεύς εξάγει και τους αντίστοιχους «Αμνούς» από διαφορετικό πρόσφορο. 
Από αυτά το ένα θα χρησιμοποιηθή για τη θεία Μετάληψη της ημέρας εκείνης (Κυριακής), τα άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν στο Ιερό Ποτήριο, όπου το άγιο Αίμα του Κυρίου, και θα φυλαχθούν σε ειδικό κιβωτίδιο, το ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων, που θα γίνουν εντός της εβδομάδας. 
Κατ’ αυτές τις Λειτουργίες ο Ιερεύς θα προσφέρη στους πιστούς προς μετάληψη τα Προηγιασμένα αυτά Δώρα.
Η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με την Ακολουθία του Εσπερινού, είναι δηλαδή βραδυνή. Αυτό έχει θεσπισθή, διότι οι παλαιοί Χριστιανοί κατά τις ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής έμεναν τελείως άσιτοι (νηστικοί) μέχρι τις βραδυνές ώρες. Μπορούσαν λοιπόν να εκκλησιασθούν και να κοινωνήσουν κατά τις εσπερινές ώρες.
Σήμερα η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και το βράδυ (την Τετάρτη), συνηθέστερα όμως τελείται κατά τις πρωϊνές ώρες, προς διευκόλυνση των πιστών. 
Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο, γι’ αυτό και ο Ιερεύς φοράει άμφια πένθιμου χρώματος. 
Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τελείται μόνο τις τρεις πρώτες ημέρες αυτής (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη). 
Επίσης τελείται και κατά τις ημέρες εορτής Αγίων, που η μνήμη τους συμπίπτει εντός της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής. Δεν τελείται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, ενώ κατά την τέλεσή της δεν γίνονται μνημόσυνα».

Monday, 25 February 2019

Μεγαλυνάρια

Μεγαλυνάρια λέγονται τα σύντομα τροπάρια που εγκωμιάζουν και δοξολογούν τα Ιερά Πρόσωπα. 
Αρχίζουν συνήθως με τη λέξη «Μεγάλυνον». Μ΄ αυτά προτρέπονται οι πιστοί να ανυμνήσουν τον Κύριο ή την Θεοτόκο από καρδίας ή να εγκωμιάσουν τον Άγιο που εορτάζει.
Τα μεγαλυνάρια εορτών και αγίων στη Θεία Λειτουργία
Μεγαλυνάριο ονομάζεται το είδος εκείνο των τροπαρίων το οποίο προήλθε από τα έμμετρα προΰμνια του ειρμού και των τροπαρίων της θ’ ωδής των κανόνων μεγάλων εορτών: α) δεσποτικών (Χριστούγεννα, Περιτομή, Θεοφάνεια, Πάσχα, Ανάληψη, Πεντηκοστή), β) Θεομητορικών (Εισόδια, Ευαγγελισμός, Υπαπαντή) και γ) εορτών αγίων (Μεγάλου Βασιλείου, Τριών Ιεραρχών). Η ετυμολογία της ονομασίας τους ανάγεται στην προστακτική του ρήματος «μεγαλύνω» (μεγάλυνον), αφού με αυτόν τον ρηματικό τύπο ξεκινούν τα περισσότερα από αυτά.

Το περιεχόμενο και ο στόχος των αρχικών προϋμνίων – μεγαλυναρίων είναι η παρακίνηση του εκκλησιάσματος σε δοξολογία του Κυρίου ή υμνωδία και τιμή των αναφερόμενων προσώπων, δηλαδή της Θεοτόκου ή των τιμώμενων αγίων. 
Ως μεγαλυνάρια θεωρούνται αρχικά και τα επονομαζόμενα ως Εγκώμια του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, τα κοινώς λεγόμενα και ως Εγκώμια του Επιταφίου Θρήνου. Ο τελευταίος χαρακτηρισμός τους ως εγκώμια δεν είναι ακριβής, αφού αποτελούν μεγαλυνάρια, γεγονός που αποδεικνύεται άμεσα από το ίδιο το κείμενο των τροπαρίων.

Η νεώτερη και σύγχρονη λαϊκή έκφραση της λατρείας έχει (κακώς) φέρει σε πρώτο πλάνο διάφορα καινούργια μελοποιήματα, τα μεγαλυνάρια για τη τιμή εορτών και αγίων, τα οποία είναι ξεχωριστό είδος τροπαρίων και δεν εντάσσονται στην ίδια ομάδα με τα προηγούμενα. 
Τα τροπάρια αυτά συντίθενται κυρίως για λαϊκή κατανάλωση, συνδεόμενα άμεσα με τους παντοειδείς παρακλητικούς κανόνες. Τα ανωτέρω έχουν συντεθεί κατά μίμηση των μεγαλυναρίων των Παρακλητικών Κανόνων προς τη Θεοτόκο και ψάλλονται σε ήχο πλ. δ’ κατά τριφωνία, εκ του Γα. 

Η καθ’ όλα σεβαστή λαϊκή ευσέβεια, όσο επαινετή και αν είναι, δεν μπορεί να μεταπλάθει και να αλλοιώνει τη θεία λατρεία, χωρίς να αναγνωρίζει τις ισχύουσες τυπικές διατάξεις. Η αρχή αυτή συνήθως καταστρατηγείται, σαν να έχει ως γενικό κανόνα της τη ρήση του Σαίξπηρ «έτσι είναι, αν έτσι σας αρέσει» ή το κοινώς λεγόμενο: «έτσι αρέσει στον κόσμο»! Στο πλαίσιο του «πιασάρικου», επομένως, και με την επίδραση της διαχρονικά ισχυρής λαϊκής ευσέβειας τα διάφορα μεγαλυνάρια έκαναν την εμφάνισή τους στη λατρεία μετά το β’ ήμισυ του 20ου αι.

Η εμφάνιση των νεώτερων μεγαλυναρίων στη λατρεία μπορεί να χαρακτηριστεί από θετική, έως ανεκτή και απαράδεκτη. 
α) Τα μεγαλυνάρια μπορούν να γίνουν αποδεκτά κατά τη ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων, όπου η ακολουθία κατακλείεται με την απόδοση του μεγαλυναρίου του τιμώμενης εορτής ή προσώπου. 
β) Τα ίδια τροπάρια μπορούν να γίνουν ανεκτά ή με επιείκεια μη αποδοκιμαστέα όταν ψάλλονται στην ίδια ακολουθία, αλλά αυτή τη φορά ασύνδετα με το θέμα του κανόνα, δηλαδή, όταν μετά το πέρας του παρακλητικού κανόνα δεν περιορίζεται η απόδοση του μεγαλυναρίου του τιμώμενου αγίου και του αγίου του ναού, αλλά ακολουθούν ελάχιστα έως πολλά επιπλέον μεγαλυνάρια αγαπητών στη λειτουργική σύναξη αγίων. γ) Τα μεγαλυνάρια δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτά κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

Η ενσωμάτωση μεγαλυναρίων εορτών και αγίων στη διάταξη της Θείας Λειτουργίας είναι ένα νεώτερο φαινόμενο, το οποίο υπαγορεύθηκε από την ευαρέσκεια του λαού. Η απόδοση του μεγαλυναρίου γινόταν μετά το τέλος της ευχής της αναφοράς και των Διπτύχων, συνήθως μετά την εκφώνηση του λειτουργού «Και ως έκαστος». 
Η χρήση του σε αυτή τη θέση της Θείας Ευχαριστίας επηρεάστηκε σίγουρα από τους ακόλουθους παράγοντες: α) Τη μνημόνευση της Θεοτόκου στο Εξαιρέτως και το Άξιον εστίν (ή το «Επί σοι χαίρει» του λειτουργικού τύπου του Μεγάλου Βασιλείου, β) τη μνημόνευση του Τιμίου Προδρόμου και λοιπών αγίων στην ευχή μετά τη θεομητορική εκφώνηση, γ) τη μνημόνευση πάντων και πασών, δηλαδή σύνολης της Εκκλησίας, στα Δίπτυχα, δ) την παράθεση διαφόρων μεγαλυναρίων στο παλαιότερο Εγκόλπιο του Αναγνώστου της Αποστολικής Διακονίας. Η τελευταία καταγραφή δεν έγινε για την εξυπηρέτηση της ψαλμωδίας τους στη Θεία Λειτουργία, αλλά για τη διευκόλυνση των ιεροψαλτών σε περιπτώσεις που αυτά χρειάζονται, όπως π.χ. οι Παρακλήσεις.

Η χρήση του μεγαλυναρίου στη Θεία Λειτουργία σίγουρα πρέπει να αποφεύγεται, αφού: 
α) είναι ξένη για τη λειτουργική παράδοση είκοσι αιώνων, 
β) δεν μαρτυρείται σε κανένα χειρόγραφο κώδικα της Θείας Λειτουργίας, 
γ) κανένας Πατέρας της Εκκλησίας, αλλά και σύγχρονοι μελετητές της Λατρείας δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτή, όχι επειδή τη θεωρούν αυτονόητη, αλλά επειδή είναι ανύπαρκτη, 
δ) είναι αστήρικτη νοηματικά και ασύνδετη με το περιεχόμενο, το νόημα και τον σκοπό τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας. 

Η τελευταία έκδοση του Εγκολπίου της Αποστολικής Διακονίας, με την επιμέλεια του μεγάλου ρέκτη της χριστιανικής λατρείας π. Κων. Παπαγιάννη παρέλειψε στοχευμένα την παράθεση των μεγαλυναρίων, ώστε να διορθωθεί η παρανόηση της χρήσης τους στη Θεία Λειτουργία, σύμφωνα και με το προλογικό σημείωμα του επιμελητή.

Η απόδοση των μεγαλυναρίων στο συγκεκριμένο σημείο της Θείας Λειτουργίας δείχνει σαν να διακόπτει το μυστήριο στη μέση, να το αποπροσανατολίζει από το στόχο του και να αποσπά την προσοχή των πιστών από το μυστήριο, στρέφοντάς την στο πρόσωπο που τιμά το τροπάριο. Η εισαγωγή στις ετήσιες τυπικές διατάξεις του μεγαλυναρίου του Μεγάλου Βασιλείου, κάθε φορά που τελείται ο υπό το όνομά του σωζόμενος λειτουργικός τύπος, δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή. Η τυπική διάταξη αυτή αναιρείται, εκτός των άλλων, από την απουσία σχετικού τροπαρίου κατά τη τέλεση του τύπου του ι. Χρυσοστόμου.
Η απόδοση του «Άξιον Εστίν», του μεγαλυναρίου της Θεοτόκου, δεν μπορεί να υπαχθεί στον ίδιο κανόνα, αφού με την εκφώνηση του λειτουργού «Εξαιρέτως» εξαίρεται το πρόσωπο της Παναγίας και η συμβολή της στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας. 
Το Άξιον Εστίν μαρτυρείται αδιάκοπα στις πηγές και δεν αμφισβητείται από κανέναν η θέση του στη Θεία Λειτουργία. 
Η προσθήκη και άλλων τροπαρίων, ποικίλων εορτών και αγίων, μειώνει την εξαιρετική τιμή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου και εισάγει την ξαφνική απόδοση τιμής σε ιερά, μεν, πρόσωπα, μη αναφερόμενα, δε, στο μυστήριο. 
Η αντικατάσταση του Άξιον Εστίν σε περιπτώσεις δεσποτικών και θεομητορικών εορτών έχει και εδώ ως επίκεντρο τη τιμή της Θεοτόκου, στο πλαίσιο της συμβολής της στο εορταζόμενο γεγονός, και γίνεται, τις περισσότερες φορές, από τον ειρμό της θ’ ωδής του κανόνα της εορτής, με καθαρά θεομητορικό περιεχόμενο.

Η τιμή των αγίων είναι αυτονόητη και δεν μπορεί να παραθεωρείται. Η σύναξη, όμως, οφείλει να κάνει διάκριση του τρόπου και του χρόνου της τιμής των ιερών προσώπων, χωρίς να γίνεται συμφυρμός των καιρών της λατρείας. Οι ακολουθίες της Εκκλησίας δίνουν μεγάλο περιθώριο για την αναφορά στους τιμώμενους αγίους (Εσπερινός, Όρθρος κ.λπ.), ακόμα και στο πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας, κατά την ψαλμωδία των απολυτικίων, χωρίς και εδώ να εκτρέπεται η κοινότητα σε ποσοτική κατάχρηση. Η Θεία Ευχαριστία είναι καθαρά μέσο κοινωνίας της σύναξης με τον Κύριο, μέσα από την ευχαριστιακή απόδοση λατρείας προς Εκείνον για τις ευεργεσίες του.

Η χριστοκεντρική διάσταση του μυστηρίου οφείλει να μην παραθεωρείται και να κατασιγάζει τις επιθυμίες του λαού, όταν αυτές ανατρέπουν τις θεολογικές προεκτάσεις των τελουμένων. Οι τυπικές διατάξεις δεν είναι νόμοι, αλλά οδοδείκτες, όπως ακριβώς και η κανονική παράδοση της Εκκλησίας. Η απόδοση των μεγαλυναρίων σε άκαιρα σαφώς δεν είναι κολάσιμη και δεν διώκεται. Η απάλειψή τους, όμως, από τη Θεία Λειτουργία διατηρεί την ευταξία της Λατρείας, δεν αποσπά το νου από το μυστήριο και διατηρεί τη θεολογική και νοηματική συνοχή του.

Γεωργίου Ζαραβέλα - Θεολόγου
ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ

Saturday, 12 January 2019

Άναμα ή Νάμα

Είναι το κρασί που προσφέρουμε στην Εκκλησία για τη Θεία Ευχαριστία. Συνήθως παρασκευάζεται με ειδικό τρόπο από διαλεκτά, μαύρα σταφύλια και είναι κόκκινο.
..............
Η επιλογή των κρασιών της κατηγορίας είναι από την Κάναβα Ρούσσος, την παλαιότερη ΚΑΝΑΒΑ της Σαντορίνης, που ιδρύθηκε το 1836, με στόχο την παραγωγή οίνων υψηλής ποιότητας που εκφράζουν με μοναδικό τρόπο τους χαρακτήρες των πολυάριθμων ποικιλιών της θηραϊκής αμπέλου. 
Η εμπειρία δεκαετιών μεταφέρεται από γενιά σε γενιά, για να εκφραστεί με συνέπεια, συνέχεια και απόλυτο σεβασμό η τέχνη της οινοποίησης τους νησιού.

Αέναος και νάμα
Ὁ ἀέναος δεν σταματά ποτέ. Η λέξη είναι πολύ παλιά και την συναντάμε πρώτη φορά στον Ησίοδο, τον 8ο αιώνα π.Χ., στο έργο του Ἔργα καὶ Ἡμέραι. Σε αυτό το διδακτικό έπος, που ο ποιητής το έγραψε με αφορμή μια δικαστική διαμάχη που είχε με τον αδελφό του Πέρση, μια βρύση, μια κρήνη χαρακτηρίζεται ἀέναος, κυλά διαρκώς, με άλλα λόγια, είναι αστείρευτη.

Ἀεί (=πάντα) το πρώτο συνθετικό της λέξης και το ρήμα νάω, που σημαίνει ρέω
Για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, *ἀέν-ναος είναι η αρχική ρίζα που ανάγεται στο αἰέν. Αυτό ήταν μια παλιά πτώση του ουσιαστικού αἰών (= αιώνας) που είχε η ελληνική γλώσσα και λεγόταν τοπική. Ταυτόχρονα ήταν τύπος του αρχαίου επιρρήματος ἀεί (= πάντα).

Ο ἀέναος συνεπώς έχει μέσα του κάτι από την συνέχεια του αιώνα, κάτι από το πάντοτε, κάτι από την κίνηση και την αδιάκοπη ροή.

Ας τον δούμε λίγο πιο κοντά και ας πούμε ότι ἀέναος στην αρχαιότητα ήταν μια βρύση, μια λίμνη. 
Ἀέναον επίσης χαρακτηριζόταν τὸ κλέος, ή δόξα που έμενε και στους απογόνους.
Το επίθετο ἀέναος συνόδευε ταυτόχρονα τα δείπνα που γίνονταν στο Πρυτανείον της Αγοράς των Αθηνών, όπου σιτίζονταν οι πρυτάνεις, αλλά και όλα τα φιλοξενούμενα πρόσωπα της πόλης. Επειδή εκεί η σίτιση ήταν διαρκής, τα τραπέζια ονομάζονταν ἀέναα.

Ο αέναος συγγενεύει ετυμολογικά με το νάμα, το γλυκό κόκκινο κρασί που χρησιμοποιείται στη Θεία Ευχαριστία. 
Νάμα σε πιο λόγια ελληνικά είναι η πηγή (αφού εξάλλου η αρχική έννοια ήταν πηγή και ποταμός), ενώ στον πληθυντικό τα νάματα της ελευθερίας, της παιδείας, της θρησκείας, της δικαιοσύνης είναι αυτές οι αξίες και τα ιδεώδη με τις οποίες διαποτίζεται κάποιος, τα ιδανικά που κυλούν στο αίμα του.
................
περισσότερα εδώ

Friday, 28 December 2018

Οι κώδωνες (καμπάνες) των εκκλησιών

Ένα από τα σημαντικά έργα εκκλησιαστικής τέχνης είναι και οι «κώδωνες» των εκκλησιών, οι κοινώς ονομαζόμενες «καμπάνες». Έχουν σκοπό να καλούν τους πιστούς στις λατρευτικές τους συνάξεις, να τους μηνύουν χαρμόσυνα γεγονότα (όπως π.χ. τον ερχομό ενός επισήμου εκκλησιαστικού ηγέτου, ενός επισκόπου κ.λπ.) ή και λυπητερά γεγονότα (όπως π.χ. την εκδημία ενός πιστού εκ του παρόντος βίου).
Η χρήση τις καμπάνας είναι αρχαιότατη. Την συναντάμε στην προχριστιανική εποχή της εθνικής λατρείας, όπως επίσης και στους Σύρους, τους Αιγυπτίους και τους Ρωμαίους.

Έχουμε μαρτυρία ότι στη Ρώμη, επί Αυγούστου είχε τοποθετηθεί καμπάνα μπροστά στο Ναό του Διός, για να σημαίνει την έναρξη και την λήξη των ιεροτελεστιών. Επίσης μαρτυρείται ότι στους αρχαίους χρόνους χρησιμοποιούσαν μεγάλα τεμάχια μετάλλου που τα αναρτούσαν με σχοινί και τα έκρουαν με μεταλική ή ξύλινη ράβδο. Κάτι παρόμοιο δηλαδή με τα σημερινά σήμαντρα των Ιερών Μονών ή και των εξωκκλησίων.

Η ιστορία της καμπάνας, ως όργανο εκκλησιαστικής χρήσεως και υφής, ανάγεται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αμέσως μετά το τέλος των διωγμών. Τα σκοτεινά και δύσκολα εκείνα χρόνια των διωγμών, υπήρχαν οι λεγόμενοι «Θεοδρόμοι» ή «λαοσυνάκται» οι οποίοι γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και ειδοποιούσαν τους χριστιανούς για τον τόπο και την ώρα της λατρείας των. Πολλές φορές όμως και ο ίδιος ο ιερουργός κατά την απόλυση της συνάξεως, ενημέρωνε τους πιστούς για την επόμενη σύναξή των.

Μετά τους διωγμούς αρχίζουν να κατασκευάζονται στη Δύση μεγάλες καμπάνες, και μάλιστα για πρώτη φορά από τον περίφημο χαλκό της Καμπανίας, γι’ αυτό και πήραν την ονομασία «καμπάνες». Η κατασκευή τους ήταν τέχνη που αναπτύχθηκε στα μοναστήρια. Τόσο πολύ επεκράτησε στην Δύση η χρήση τους, ώστε έκαναν και ειδικές τελετές για να τις εγκαινιάσουν, να τις βαπτίσουν με αγιασμένο ύδωρ και έλαιο και να τις στολίσουν με επιγραφές και άλλες διακοσμήσεις.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία οι καμπάνες εισήχθησαν από τη Δύση κατά τον 9ο αιώνα. Από ιστορικές πηγές πληροφορούμαστε, ότι ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μιχαήλ (στα μέσα του 9ου αιώνα) τίμησε τον Δούκα της Ενετίας Ούρσο, με το αξίωμα του Πρωτοσπαθάριου του Βυζαντινού Θρόνου. Ανταποδίδοντας ο Ούρσος αυτή την τιμή, πρόσφερε στον Αυτοκράτορα δώδεκα (12) υπερμεγέθεις καμπάνες που τις κρέμασαν σε ιδιαίτερο πύργο, στην αυλή του Ναού της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Προοδευτικά οι καμπάνες καθιερώθηκαν στην Ορθόδοξη λατρεία.

Οι σπουδαιότεροι κατασκευαστές καμπάνας υπήρξαν τεχνίτες από το Βέλγιο και την Ολλανδία. Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου βρίσκεται στη Μόσχα. Κατασκευάστηκε κατά τα έτη 1733 – 1735 και ζυγίζει 180.000 περίπου κιλά. Το 1737, στη διάρκεια μιας πυρκαγιάς, έσπασε και έτσι δεν ήχησε ποτέ.

Στην Ελλάδα, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας απαγορεύθηκε η χρήση της καμπάνας, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, σύμφωνα με τη δική τους θρησκευτική αντίληψη. Εξαίρεση αποτελούσαν το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, όπου επιτρεπόταν η χρήση της καμπάνας ως ειδικό προνόμιο.

Μετά όμως τα ζοφερά χρόνια της σκλαβιάς, όταν ο χριστιανισμός απέκτησε και πάλι την δόξα του και την ακμή του, μαζί με κάθε άλλο εκκλησιαστικό όργανο εισήλθε περίτρανα και η «καμπάνα» που σαν στόμα του Θεού, καλεί τους πιστούς για να τον δοξάζουν λατρευτικά.
Ομοίως χτυπούν χαρμόσυνα κατά την έναρξη των Ιερών Ακολουθιών, κατά την διάρκεια της λατρευτικής συνάξεως όταν ψάλλεται η «Τιμιωτέρα» δηλαδή η ενάτη Ωδή προς τιμήν της Θεοτόκου, όταν ψάλλεται η μεγάλη Δοξολογία (ή διαβάζεται η μικρή), καθώς και στην απόλυση των μεγάλων εορτών.

του Αρχιμ. Σεραπίωνοs Μιχαλάκη
ecclesia.gr

Wednesday, 18 April 2018

Σήμαντρο

«Κάνε την καρδιά σου Μοναστήρι. 
Χτύπα εκεί το σήμαντρο. 
Κάλεσε εκεί για Αγρυπνία, θυμίασε, 
και ψιθύρισε ακατάπαυστα προσευχές. 
Ο Θεός είναι δίπλα σου.»
Άγιος Λουκάς ο Ιατρός 
Ο Ρουμάνος Μοναχός και το Σήμαντρο
Η εικόνα ενός μοναχού που κρούει το σήμαντρο καλώντας άπαντες στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά τους καθήκοντα εκφράζει έναν από τους πιο απλούς αλλά συνάμα και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. 

«Το ξύλο η ο «κόπανος», το δεύτερο ξύλινο σήμαντρο που κρούεται στις Ιερές Μονές πριν τις λατρευτικές ακολουθίες. Συμβολίζει το ξύλο που έκρουσε ο Νώε για να μπουν τα ζώα στην κιβωτό, και μάλιστα ο εύρυθμος ήχος συμβολίζει τα ποδοβολητά των ζώων. 

Έτσι λοιπόν όπως τα άλογα ζώα άκουσαν το κάλεσμα του Νώε και σώθηκαν από τον κατακλυσμό, έτσι και ημείς ως έλλογα ζώα μπαίνουμε στην πνευματική κιβωτό -την εκκλησία- για να σωθούμε από τον κατακλυσμό της αμαρτίας και αποστασίας.» 

Το βίντεο είναι από Ρουμανικό Μοναστήρι. 
(Румынский монах и доска)

Η εικόνα ενός μοναχού που κρούει το σήμαντρο καλώντας άπαντες στο μοναστήρι να συμμετάσχουν στα ιερά τους καθήκοντα εκφράζει έναν από τους πιο απλούς αλλά συνάμα και αγνούς συμβολισμούς της σχέσης που υπάρχει ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θεό. Οπως και η καμπάνα σε μεταγενέστερους χρόνους, το σήμαντρο χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα τόσο για τη σύναξη των μοναχών όσο και για να προμηνύσει τη χαρά ή τη λύπη, πάντα μέσα σε ένα κατανυκτικό κλίμα πνευματικής ηρεμίας και αφοσίωσης. 
Για πολλούς μάλιστα,αποτέλεσε στο παρελθόν και ένα από τα πρώτα μουσικά όργανα της βυζαντινής παράδοσης, αν και η χρήση του περιορίζεται αποκλειστικά για θρησκευτικούς σκοπούς.
Αν και πρόκειται για ένα ιδιόφωνο μουσικό όργανο,το σήμαντρο ανήκει στην κατηγορία των κρουστών. 
Αποτελείται από μια μακρόστενη σανίδα ή μεταλλική πλάκα,που λεπταίνει στις άκρες και έχει τρεις έως πέντε οπές. 
Εδώ και αιώνες τώρα κρούεται ρυθμικά σε πολλά μοναστήρια της πατρίδας μας με μεταλλικό ή ξύλινο σφυρί, που λέγεται κόπανος, και χρησιμοποιείται για να αφυπνίσει τους μοναχούς ή να τους συνάξει για την τέλεση των ιερών τους καθηκόντων. 
Ανάλογα πάντως με την κρούση εκφράζεται και ο σκοπός της σύναξης αυτής, που σε πολλές περιπτώσεις, όπως σε κηδείες, έχει χαρακτήρα θλίψης.
Οπως μαρτυρούν ιστορικές πηγές, το σήμαντρο βρισκόταν σε χρήση στους ενοριακούς ναούς της Ορθόδοξης Εκκλησίας πολύ πριν από την εισαγωγή των κωδώνων (καμπάνες). 
Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρονται από συγγραφείς της εποχής του Βυζαντίου και οι ονομασίες χειροσήμαντρο, μεγασήμαντρο και αγιοσιδηρούν. 
Το ξύλινο σήμαντρο φέρει και την ονομασία τάλαντο.Με την πάροδο των χρόνων πάντως αποτέλεσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύμβολα της μοναστικής ζωής στις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους. Ακόμα και σήμερα, τόσο η ζωή των μοναχών στα μοναστήρια όσο και οι δραστηριότητες των χιλιάδων επισκεπτών τους κάθε χρόνο καθορίζονται από την κρούση αυτής της ξύλινης ή σιδερένιας πλάκας.

Η κρούση του σήμαντρου είναι συμβολική. 
Για το μεν μικρό σήμαντρο που χρησιμοποιείται στον Όρθρο συμβολίζει και υπονοεί όσα διδάσκει η Παλαιά Διαθήκη, ενώ για το μεγάλο σήμαντρο τονίζει το κήρυγμα του Ευαγγελίου. 
Η κρούση του σιδερένιου σήμαντρου θυμίζει τη σάλπιγγα του αγγέλου,την οποία θα ακούσουν με αγαλλίαση οι εκλεκτοί κατά την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. 
Παράλληλα, η κρούση του ξύλινου σήμαντρου ή τάλαντου θυμίζει την κρούση του ξύλου από το Νώε πριν από τον κατακλυσμό και έτσι κατά τις ιερές Ακολουθίες στα μοναστήρια, το σήμαντρο συμβολίζει τον ερχομό των πιστών εντός της Νέας Κιβωτού που είναι η Εκκλησία του Χριστού, ώστε να σωθούν από τον κατακλυσμό της αμαρτίας.

Μετά την εμφάνιση της η καμπάνα κυριάρχησε ως μέσο κλήσης των πιστών στους ιερούς ναούς. 
Το σήμαντρο επανήλθε στους ενοριακούς ναούς κατά τα χρόνια της τουρκοκρατίας, κυρίως λόγω της ανάγκης των πιοτών να συγκεντρώνονται και να εκκλησιάζονται κρυφά,χωρίς κωδωνοκρουσίες. 
Γνωρίζοντας μάλιστα ότι πολλά μοναστήρια λειτούργησαν και ως «κρυφά σχολειά», την εποχή εκείνη, γίνεται σαφές ότι η κρούση του σήμαντρου εξυπηρετούσε και εκπαιδευτικούς σκοπούς, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί οι συμμετέχοντες από τους Τούρκους κατακτητές.

Σήμερα, τα ξύλινα και τα σιδηρά σήμαντρα παραμένουν εν χρήσει μαζί με τους κώδωνες μόνο στις ιερές μονές, ενώ καθένα από αυτά κρούεται σε ορισμένο χρόνο που ορίζει η τάξη του μοναστηριού. Μπορεί μάλιστα να ειπωθεί ότι ο τρόπος με τον οποίο κρούεται το σήμαντρο σε κάθε μονή υποδηλώνει και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα αυτής, είτε πρόκειται για ανδρικό είτε για γυναικείο μοναστήρι.

του Αλεξίου Μοστριου