Thursday, 12 September 2019

Αρτοκλασία

Όταν έχουμε την ονομαστική μας εορτή, συνηθίζουμε να κάνουμε αρτοκλασία και να την πηγαίνουμε στην εκκλησία προς τιμήν του αγίου ή της αγίας των οποίων έχουμε το όνομα. Στους ναούς συναντούμε συχνά αρτοκλασίες, ειδικά στις μεγάλες γιορτές. Τι είναι ακριβώς η αρτοκλασία; Πώς γίνεται αλλά και πότε;
Τι είναι η Αρτοκλασία και πότε γίνεται;
Η λέξη αρτοκλασία σημαίνει τον τεμαχισμό των άρτων οι οποίοι έχουν προηγουμένως ευλογηθεί στον ναό από τον ιερέα ή τον μητροπολίτη και στη συνέχεια μοιράζονται στο εκκλησίασμα. Κάθε αρτοκλασία που προσφέρουμε στην εκκλησία αποτελείται από έξι άρτους. Οι πέντε διαβάζονται από τον ιερέα και συμβολίζουν τους άρτους που ευλόγησε ο Χριστός στην έρημο, κατόπιν πλήθυναν και διανεμήθηκαν στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ο έκτος προορίζεται για την αγία πρόθεση και το μυστήριο της θείας ευχαριστίας. Μαζί με τους άρτους, προσφέρουμε για να ευλογηθούν ένα μπουκάλι λάδι και ένα μπουκάλι κρασί.
Η πολύ σύντομη τελετή της αρτοκλασίας ή της ευλόγησης των άρτων αποτελεί πολύ παλιά λειτουργική πράξη της Εκκλησίας και έχει τις ρίζες της στους αποστολικούς χρόνους. Θεωρείται κατάλοιπο από τα κοινά γεύματα των πρώτων Χριστιανών, τις αγάπες.
Η αρτοκλασία τελείται στο τέλος της ακολουθίας του όρθρου ή στο τέλος της θείας λειτουργίας. Κυρίως, όμως, γίνεται την παραμονή της εορτής κατά την ακολουθία του εσπερινού.

Τι είναι η Αρτοκλασία και πότε γίνεται; 

Πότε κάνουμε αρτοκλασία;

Αρτοκλασία προσφέρουμε στην εκκλησία για να ευλογηθεί όποτε το κρίνουμε εμείς ή ο πνευματικός μας. Συνήθως κάνουμε αρτοκλασία όταν έχουμε την ονομαστική μας εορτή ή για να τιμήσουμε μια σημαντική στιγμή στη ζωή μας και θέλουμε να λάβουμε την ευλογία της Εκκλησίας. Η τέλεση της αρτοκλασίας αποσκοπεί στην ευλόγηση της οικογένειάς μας, του σπιτιού μας και γενικά της ζωής μας.
Στην τελετή της αρτοκλασίας, οι άρτοι μαζί με το λάδι και το κρασί βρίσκονται πάνω σε ένα τραπέζι το οποίο τοποθετείται συνήθως μπροστά από το ιερό ή στο μέσο του ναού. Πάνω στους άρτους τοποθετούνται συμβολικά πέντε κεράκια αναμμένα. Οι εορτάζοντες οι οποίοι κάνουν αρτοκλασία συμπληρώνουν, προαιρετικά, την προσφορά τους στην εκκλησία με θυμίαμα, καρβουνάκια και φυτιλάκια για την τέλεση της θείας λειτουργίας. Στο τέλος της τελετής, παίρνουν έναν άρτο που έχει ευλογηθεί στο σπίτι τους. Οι υπόλοιποι κόβονται και μοιράζονται στους πιστούς στην εκκλησία, γεγονός που φανερώνει τη στενή σχέση της αρτοκλασίας με τις αγάπες των πρώτων Χριστιανών.

Τι είναι η Αρτοκλασία και πότε γίνεται; 

Αρτοκλασία και μοναστήρια

Εκτός από ευλογία, η αρτοκλασία αποσκοπεί και στη θεραπεία πρακτικής ανάγκης στα μοναστήρια. Οι μοναχοί, αφού νήστευαν ολόκληρη την ημέρα της παραμονής κάθε μεγάλης εορτής, παρέμεναν στον ναό μετά τον εσπερινό προκειμένου να συνεχίσουν την αγρυπνία. Η αρτοκλασία, με τον διαμοιρασμό των άρτων, αποτελούσε για αυτούς στήριξη για να ανταπεξέλθουν στην πολύωρη ακολουθία.

voltarakia.gr
Σχετικά:

Tuesday, 10 September 2019

Λιτή Ναού και Λιτή Ακολουθία

ΛΙΤΗ ΝΑΟΥ:  Ονομάζεται ο νάρθηκας των μοναστηριών απ’ όπου και η ακολουθία πήρε το όνομά της, επειδή εδώ τελείται. 
Ο κιονοστήρικτος ευρύς νάρθηκας, που ονομάσθηκε λιτή από την σχετική μοναστική λειτουργία που τελείταιστον  χώρο  αυτό,  αποτελεί  ουσιαστικά  μια  προσθήκη στο σώμα του ναού, η οποία, όπου εφαρμόστηκε, προσέθεσε σημαντικούς χώρους στον κυρίως ναό. Το καθαρά μοναστηριακό στοιχείο αυτό εμφανίσθηκε κατά την μεσοβυζαντινή εποχή και είχε ευρεία διάδοση στις χώρεςτης βαλκανικής χερσονήσου μέχρι τον 19ο αιώνα. Στις περισσότερες  περιπτώσεις  πρόκειται  για  μοναστηριακούς  ναούς. Η χωρική κατανομή τους εκτείνεται στην Κεντρική και Βόρεια Ελλάδα με έμφαση στο Άγιον Όρος, όπου παρατηρήθηκαν 23 ναοί που συνοδεύονται από κιονοστήρικτες λιτές. Επίσης σημαντικοί ναοί με λιτές υπάρχουν στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας τον 13ο,14ο και 16ο αιώνα, καθώς και στη Ρουμανία.
ΛΙΤΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ: Εἶναι μία ὁμάδα ἰδιομέλων τροπαρίων ποὺ ψάλλονται στὴν ἀκολουθία τοῦ Μεσονυκτικοῦ, πρὶν ἀπὸ τὸν ὄρθρο. Ἡ Λιτὴ εἶναι μία σύντομη ἱκεσία στὸν ἑορταζόμενο ἅγιο καὶ τὴν διακρίνει ἡ ἁπλότητα. Η μικρή ακολουθία που ψάλλεται συνήθως στα μοναστήρια και στους ενοριακούς ναούς κατά τις ολονυκτίες και στις βραδινές Θείες Λειτουργίες την παραμονή μεγάλων εορτών.

Η Ακολουθία γίνεται μέχρι σήμερα στὰ μοναστήρια ἡ Λιτὴ καθὼς ψάλλονται τὰ ἰδιόμελα μὲ θυμιατό, ἀναμμένες λαμπάδες καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ τιμωμένου ἁγίου ἢ τῆς ἑορτῆς (ἰδιόμελα: τροπάρια ποὺ ἔχουν δικό τους μέλος = μουσική).

Ἐὰν ὑπάρχη λιτή, καὶ ἀρτοκλασία, μετά τὰ πληρωτικὰ καὶ τὴν ἐκφώνησιν «Εἴη τὸ κράτος τῆς βασιλείας σου...» γίνεται πέριξ τοῦ ναοῦ, ψαλλομένων τῶν ἰδιομέλων τῆς λιτῆς. Ἐπανερχομένη αὕτη εἰς τὸν ναὸν (ἤ εἴς τινας κοινότητας πρὸ τῆς δυτικῆς εἰσόδου τοῦ ναοῦ), ὁ διάκονος (ἤ ἐλλείψει αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς) ἐκφωνεῖ τὸ «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου...» καὶ τὰς λοιμὰς δεήσεις. 

Sunday, 11 August 2019

Ισοκράτημα

Το ισοκράτημα ή απήχηση είναι απαγγελία του κειμένου στην τονική του ήχου ταυτόχρονα με το μέλος. 
Το ισοκράτημα αρχίζει την ίδια στιγμή με την ψαλμωδία λίγο πριν την έναρξή της, μόλις δηλαδή δώσει ο ψάλτης το ίσον. Το ίσον αυτό, το οποίο αποτελεί τη βάση του ψαλλόμενου ήχου, κρατούν οι ισοκράτες με σταθερή φωνή.
Όταν η βάση του ήχου είναι ένας από τους χαμηλότερους φθόγγους, το ισοκράτημα κρατάει τον ίδιο ακριβώς φθόγγο. 
Όταν όμως η βάση είναι ένας από τους ψηλότερους φθόγγους, οι ισοκράτες είναι καλύτερο να κρατούν την κάτω αντιφωνία. 
Στις ανδρικές φωνές ταιριάζει περισσότερο να ισοκρατούν στην κάτω αντιφωνία του ίσου. 
Το ισοκράτημα βοηθάει σημαντικά την μελωδία μόνο όταν εκτελείται σωστά. 
Η κακή εκτέλεση του ισοκρατήματος παρουσιάζεται ως:
α) αστάθεια, όταν η φωνή δεν μένει σταθερή στον κανονικό τόνο, αλλά ταλαντεύεται είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω,
β) διάλειψη, όταν χωρίς λόγο παρατηρούνται συχνές διακοπές του ισοκρατήματος, οι οποίες γίνονται αντιληπτές όταν μόνο ένας ή δύο ισοκρατούν,
γ) κακή προφορά (στα αργά μέλη), όταν το ίσον ακούγεται έντονα μονότονο "ο" ή "ε", με αποτέλεσμα το άκουσμά του να παρουσιάζεται ακαλαίσθητο και δυσάρεστο, και τέλος
δ) κακός συγχρονισμός, όταν ο ισοκράτης προτρέχει ή καθυστερεί από τον ψάλτη στην εκφορά των συλλαβών.

Εκτός από το απλό ισοκράτημα υπάρχει και το διπλό ή σύνθετο ισοκράτημα. 
Σύμφωνα με αυτό, άλλοι κρατούν την κύρια βάση του μέλους και άλλοι κρατούν ταυτόχρονα έναν από τους δεσπόζοντες φθόγγους ως δεύτερη βάση. 
Διπλό ισοκράτημα επιδέχονται μόνο μερικά μέλη, συχνά όμως σε μερικές μελωδικές γραμμές τους.
Η συμβολή του ισοκρατήματος στην ψαλμωδία είναι σημαντική, επειδή υπογραμμίζει και υπενθυμίζει συνεχώς την βάση του μέλους, ενισχύει το ιδιαίτερο άκουσμα του ήχου, σχηματίζει συνηχήσεις, με αποτέλεσμα το μέλος να γίνεται μελωδικότερο και επιβλητικότερο.
Το ευχάριστο άκουσμα που προκύπτει από το ισοκράτημα, εξηγείται από το γεγονός ότι η βάση του σχηματίζει αρμονική συνήχηση με τους δεσπόζοντες φθόγγους.

 Όταν σε ορισμένα σημεία του μέλους επικρατούν φθόγγοι, οι οποίοι δεν συνηχούν αρμονικά με τον φθόγγο της βάσης, αλλά βρίσκονται σε διαφωνία μαζί του, οι ισοκράτες αφήνουν για λίγο το ίσο, αμέσως όμως μετά συνεχίζουν το κανονικό ισοκράτημα.
Το ισοκράτημα σήμερα εκτελούν οι βοηθοί, τουλάχιστον δύο, οι οποίοι πρέπει να είναι καλά εξασκημένοι και να έχουν μουσική αντίληψη. Όσοι περισσότεροι είναι οι ισοκράτες τόσο το ισοκράτημα γίνεται πλουσιότερο, αλλά και λιγότερο κοπιαστικό για τους βοηθούς.

Monday, 22 April 2019

Αναγνώστης

Ο Αναγνώστης στην Ορθόδοξη και στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είναι αυτόνομος βαθμός κατώτερου κληρικού, του οποίου η διακονία έχει να κάνει με την ανάγνωση αγιογραφικών κειμένων, τα οποία σε συνέχεια της ιουδαϊκής παράδοσης αναγιγνώσκονται στις χριστιανικές ακολουθίες κατά την τέλεση των Ιερών Μυστηρίων.
Συνήθως ο βαθμός του Αναγνώστη αποτελεί προπαρασκευαστικό στάδιο για την είσοδο κάποιου στον ανώτερο κλήρο ενώ αρκετές φορές απονέμεται και στους ιεροψάλτες. 
Η χειροθεσία κάποιου σε αναγνώστη γίνεται από τον Επίσκοπο με την ανάγνωση ειδικής ευχής. Ο κύριος λόγος της δημιουργίας αυτής της ειδικής τάξης κληρικών ήταν η ανάγκη για πρόσωπα με εξειδικευμένη καλλιέργεια στην ανάγνωση των Γραφών.
Στα πρωτοχριστιανικά χρόνια ο αναγνώστης εκφωνούσε και τον Απόστολο και το Ευαγγέλιο. 
Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας στην Απολογία του κάνει αναφορά στη συνήθεια της δημόσιας ανάγνωσης από τα «ἀπομνημονεύματα τῶν ἀποστόλων ἢ τὰ συγγράμματα τῶν προφητῶν» από τους πρώτους Χριστιανούς. 
Με την πάροδο του χρόνου όμως η σημασία του αξιώματος μειώθηκε και την ανάγνωση του Ευαγγελίου τελεί πλέον ο Διάκονος, ενώ ο Απόστολος εκφωνείται είτε από τον υποδιάκονο στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία είτε από τον ψάλτη ή άλλον λαϊκό στη Ορθόδοξη Εκκλησία. 
Ο ρόλος του αναγνώστη περιορίστηκε έτσι στα υπόλοιπα ιερά αναγνώσματα, τα οποία αναγιγνώσκονται στη χριστιανική λειτουργία (προφητείες, ψαλμοί και άλλα αποσπάσματα από την Παλαιά Διαθήκη).
Μέχρι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο περίπου, οι αναγνώστες ως κατώτεροι κληρικοί, αποκλείονταν και αυτοί όπως οι ανώτεροι από την υποχρεωτική στράτευση και επιστράτευση, ενώ ήταν υποχρεωτικό να φοράνε όχι μόνο μέσα στο ναό, αλλά και στις δημόσιες εμφανίσεις τους εσώρασο γκρίζου χρώματος και μαύρο εξώρασο, καθώς και να φέρουν υπογένειο. 
Άλλο επίσης χαρακτηριστικό της σπουδαιότητας του ρόλου του αναγνώστη στην εκκλησία, αλλά και της κοινωνικής αποδοχής και σεβασμού που απολαμβάνε, είναι το γεγονός, ότι έως και σήμερα στην Επτάνησο τον αναγνώστη τον αποκαλούν κατά το τοπικό ιδίωμα «abate» που στα ιταλικά σημαίνει ηγούμενος, ίσως γιατί στα μοναστήρια τα του αναγνώστη τα απαγγέλει συχνά ο προεστώς, δηλαδή ο ηγούμενος. 
Οι αναγνώστες ευλογούνταν από τον Επίσκοπο για να διαβάζουν και να υπομνηματίζουν τις Γραφές, στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. Επίσης αναλάμβαναν κατηχητικό ρόλο και εκφωνούσαν ποιμαντικές ομιλίες προς την τοπική κοινότητα. Στα καθηκόντά τους περιλαμβανόταν και η συμμετοχή στην υμνολογία. 
Στην Εκκλησία της Ελλάδος, σήμερα, είναι ο μοναδικός, από τους πολλούς παλαιότερους, βαθμός κατώτερου κληρικού που εξακολουθεί να υφίσταται.

Wednesday, 10 April 2019

Κυριακοδρόμιο

Κυριακοδρόμιο καλείται η διατεταγμένη σειρά των Κυριακών ενός έτους. 
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει ορίσει ποιες ευαγγελικές και ποιες αποστολικές περικοπές αναγιγνώσκονται κάθε Κυριακή του έτους. Επίσης, όρισε έντεκα αναστάσιμες ευαγγελικές περικοπές, που αναγιγνώσκονται μόνο ημέρα Κυριακή και πριν την Θεία Λειτουργία. 
Κάθε μια από αυτές τις περικοπές ονομάζεται Εωθινό Ευαγγέλιο (δηλαδή πρωινό Ευαγγέλιο) και εναλλάσσονται κυκλικά κάθε Κυριακή. Ομοίως, κυκλικά εναλλάσσονται και οι οκτώ ήχοι, που ψάλλονται κάθε Κυριακή. 

Οι Κυριακές χωρίζονται ως εξής: 

(α) 8 Κυριακές του Πεντηκοσταρίου 
(β) 17 Κυριακές του Ματθαίου 
(γ) 17 Κυριακές του Λουκά 
(δ) 5 Κυριακές των Νηστειών 
(ε) 3 ακόμη Κυριακές από το Τριώδιο (Αποκρέω, Τυροφάγου και Βαΐων) 
(στ) 2 Κυριακές πριν και μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού 
(ζ) 2 Κυριακές πριν και μετά τα Χριστούγεννα 
(η) 2 Κυριακές πριν και μετά τα Θεοφάνεια 

Οι έντεκα εωθινές ευαγγελικές περικοπές έχουν οριστεί ως εξής:
ΑρίθμησηΕυαγγελική περικοπή
Α'Ματθ. κη' 16-20
Β'Μάρκ. ιστ' 1-8
Γ'Μάρκ. ιστ' 9-20
Δ'Λουκ. κδ' 1-12
Ε'Λουκ. κδ' 12-35
ΣΤ'Λουκ. κδ' 36-53
Ζ'Ιωάν. κ' 1-10
Η'Ιωάν. κ' 11-18
Θ'Ιωάν. κ' 19-31
Ι'Ιωάν. κα' 1-14
ΙΑ'Ιωάν. κα' 15-25
1ο Μέρος.
Καθορίζεται από τα Άγια Θεοφάνεια (6 Ιανουαρίου)
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Προ των ΦώτωνΒ' Τιμ. δ' 5-8Μάρκ. α' 1-8
Των ΦώτωνΤιτ. β' 11-14, γ' 4-7Ματθ. γ' 13-17
2ο Μέρος
Εμβόλιμο (εξαρτάται από το Πάσχα)
Αυτό το μέρος αποτελεί εμβόλιμο τμήμα του Κυριακοδρομίου. Παρεμβάλλεται μεταξύ της Κυριακής προ των Φώτων (ή αν υπάρχει Κυριακής των Φώτων) και της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου. Η ύπαρξη και το μήκος αυτού εξαρτώνται από το πόσο νωρίς ή αργά θα εορταστεί το Πάσχα μιας δεδομένης χρονιάς.
ΚυριακέςΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Μετά των ΦώτωνΕφεσ. δ' 7-13Ματθ. δ' 12-17
ΙΒ' Λουκά (Των Δέκα Λεπρών)Κολ. γ' 4-11Λουκ. ιζ' 12-19
ΙΔ' ΛουκάΑ' Τιμ. α' 15-17Λουκ. ιη' 35-43
ΙΕ' Λουκά (Του Ζακχαίου)Α' Τιμ. δ' 9-15Λουκ. ιθ' 1-10
ΙΕ' Ματθαίου (Του Νομικού)Β' Κορ. δ' 6-15Ματθ. κβ' 35-46
ΙΣΤ' Ματθαίου (Των Ταλάντων)Β' Κορ. στ' 1-10Ματθ. κε' 14-30
ΙΖ' Ματθαίου (Της Χαναναίας)Β' Κορ. στ' 16 - ζ' 1Ματθ. ιε' 21-28
3ο Μέρος (Τριώδιον)
Καθορίζεται από τα Πάσχα
Κυριακή
Αποστολική περικοπή
Ευαγγελική περικοπή
ΙΣΤ' Λουκά (Τελώνου και Φαρισαίου
Β' Τιμ. γ' 10-15
Λουκ. ιη' 10-14
ΙΖ' Λουκά (Του Ασώτου)
Α' Κορ. στ' 12-20
Λουκ. ιε' 11-32
Της Αποκρέω
Α' Κορ. η' 8 - θ' 2
Ματθ. κε' 31-46
Της Τυροφάγου
Ρωμ. ιγ' 11 - ιδ' 4
Ματθ. στ' 14-21
Α' Νηστειών (της Ορθοδοξίας)
Εβρ. ια' 24-26, 32-40
Ιωάν α' 44-52
Β' Νηστειών (Γρηγορίου του Παλαμά)
Εβρ. α' 10- β' 3
Μάρκ. β' 1-12
Γ' Νηστειών (της Σταυροπροσκυνήσεως)
Εβρ. δ' 14- ε' 6
Μάρκ. η' 34- θ' 1
Δ' Νηστειών (του Αγίου Ιωάννου συγγραφέως της Κλίμακος)
Εβρ. στ' 13-20
Μάρκ. θ' 17-31
Ε' Νηστειών (της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας)
Εβρ. θ' 11-14
Μάρκ. ι' 32-45
Των Βαΐων
φιλιπ. δ' 4-9
Ιωάν. ιβ' 1-18
4ο Μέρος (Πεντηκοστάριον)
Καθορίζεται από τα Πάσχα
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπήΉχοςΕωθινό
Α' ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ (Η Ανάστασις του Κυρίου)Πραξ. α' 1-8Ιωάν. α' 1-17--
Β' (Της Ψηλαφήσεως του Θωμά)Πραξ. ε' 12-20Ιωάν. κ' 19-31-Α'
Γ' (Των Μυροφόρων)Πραξ. στ' 1-7Μάρκ. ιε' 43- ιστ' 8Β'Δ'
Δ' (Του Παραλύτου)Πραξ. θ' 32-42Ιωάν. ε' 1-15Γ'Ε'
Ε' (Της Σαμαρείτιδος)Πραξ. ια' 19-30Ιωάν. δ' 5-42Δ'Ζ'
ΣΤ' (Του Τυφλού)Πραξ. ιστ' 16-34Ιωάν. θ' 1-38Πλάγιος Α'Η'
Ζ' (Των Αγίων 318 Πατέρων της Α' Οικουμενικής Συνόδου)Πραξ. κ' 16-18, 28-36Ιωάν. ιζ' 1-13Πλάγιος Β'Ι'
Η' (Της Πεντηκοστής)Πραξ. β' 1-11Ιωάν. ζ' 37-52, η' 12--
5ο Μέρος (Κυριακές του Ματθαίου)
Καθορίζεται από το Πάσχα
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπήΉχοςΕωθινό
Α' Ματθαίου (Των Αγίων Πάντων)Εβρ. ια' 33- ιβ' 2Ματθ. ι' 32-33, 37-38, ιθ' 27-30Πλάγιος Δ'Α'
Β' Ματθαίου (Των εν Αγίω όρει διαλαμψάντων Πατέρων)Ρωμ. β' 10-16Ματθ. δ' 18-23Α'Β'
Γ' Ματθαίου (Των Αγίων Νεομαρτύρων των μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων)Ρωμ. ε' 1-10Ματθ. στ' 22-33Β'Γ'
Δ' ΜατθαίουΡωμ. στ' 18-23Ματθ. η' 5-13Γ'Δ'
Ε' ΜατθαίουΡωμ. ι' 1-10Ματθ. η' 28- θ' 1Δ'Ε'
ΣΤ' ΜατθαίουΡωμ. ιβ' 6-14Ματθ. θ' 1-8Πλάγιος Α'ΣΤ'
Ζ' ΜατθαίουΡωμ. ιε' 1-7Ματθ. 8' 27-35Πλάγιος Β'Ζ'
Η' ΜατθαίουΑ' Κορ. α' 10-17Ματθ. ιδ' 14-22ΒαρύςΗ'
Θ' ΜατθαίουΑ' Κορ. γ' 9-17Ματθ. ιδ' 22-34Πλάγιος Β'Θ'
Ι' ΜατθαίουΑ' Κορ. δ' 9-16Ματθ. ιζ' 14-23Α'Ι'
ΙΑ' ΜατθαίουΑ' Κορ. θ' 2-12Ματθ. ιη' 23-35Β'ΙΑ'
ΙΒ' ΜατθαίουΑ' Κορ. ιε' 1-11Ματθ. ιθ' 16-26Γ'Α'
ΙΓ' ΜατθαίουΑ' Κορ. ιστ' 13-24Ματθ. κα' 33-42Δ'Β'
ΙΔ' ΜατθαίουΒ' Κορ. α' 21- β' 4Ματθ. κβ' 1-4Πλάγιος Α'Γ'
ΙΕ' ΜατθαίουΒ' Κορ. δ' 6-15Ματθ. κβ' 35-46Πλάγιος Β'Δ'
ΙΣΤ' ΜατθαίουΒ' Κορ. στ' 1-10Ματθ. κε' 14-30ΒαρύςΕ'
ΙΖ' ΜατθαίουΒ' Κορ. στ' 16- ζ' 1Ματθ. ιε' 21-28Πλάγιος Δ'ΣΤ'
6ο Μέρος
Καθορίζεται από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου)
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Προ της ΥψώσεωςΓαλ. στ' 11-18Ιωάν. γ' 13-17
Της ΥψώσεωςΑ' Κορ. α' 18-24Ιωάν. ιθ' 6-11, 13-20, 25-28, 30-35
Μετά την ΎψωσινΓαλ. β' 16-20Μάρκ. η' 34 - θ' 1
Α' ΛουκάΒ' Κορ. θ' 6-11Λουκ. ε' 1-11
Β' ΛουκάΒ' Κορ. ια' 31 - ιβ' 9Λουκ. στ. 31-36
Γ' ΛουκάΓαλ. α' 11-19Λουκ. ζ' 11-16
Δ' Λουκά (Αγίων Πατέρων της Ζ' Οικ. Συνόδου)Τιτ. γ' 8-15Λουκ. η' 4-15
ΣΤ' ΛουκάΕφεσ. β' 4-10Λουκ. η' 26-39
Ζ' ΛουκάΕφεσ. β' 14-22Λουκ. η' 41-56
Ε' ΛουκάΓαλ. στ' 11-18Λουκ. ιστ' 19-31
Η' ΛουκάΕφεσ. δ' 1-7Λουκ. ι' 25-37
Θ' ΛουκάΕφεσ. ε' 8-19Λουκ. ιβ' 16-21
ΙΓ' ΛουκάΚολ. γ' 12-16Λουκ. ιη' 18-27
ΙΔ' ΛουκάΑ' Τιμ. α' 15-17Λουκ. ιη' 35-43
ΙΣΤ' ΜατθαίουΒ' Κορ. στ' 1-10Ματθ. κε' 14-30
7ο Μέρος
(Καθορίζεται από τα Χριστούγεννα)
ΚυριακήΑποστολική περικοπήΕυαγγελική περικοπή
Ι' ΛουκάΕφεσ. στ' 10-17Λουκ. ιγ' 10-17
ΙΑ' Λουκά (Των Προπατόρων)Κολ. α' 12-18Λουκ. ιδ' 16-24
Προ της Χριστού ΓεννήσεωςΕβρ. ια' 9-10, 32-40Ματθ. α' 1-25
Της Χριστού ΓεννήσεωςΓαλ. δ' 4-7Ματθ. β' 1-12
Μετά την Χριστού ΓέννησινΓαλ. α' 11-19Ματθ. β' 13-23

Sunday, 17 March 2019

Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία

Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο, γι’ αυτό και ο Ιερεύς φοράει άμφια πένθιμου χρώματος. 
☦☦☦☦☦☦☦
Ο ΝΒ (52) κανόνας της ΣΤ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει ότι «εν πάσαις ταις της Αγίας Τεσσαρακοστής των νηστειών ημέραις, παρεκτός Σάββατον και Κυριακής και της Αγίας του Ευαγγελισμού ημέρας, γινέσθω η των προηγιασμένων ιερά Λειτουργία».
Επειδή οι ημέρες της Αγίας Τεσσαρακοστής είναι ημέρες πένθους και κατανύξεως προστάζει ο παρών Κανών στις άλλες ημέρες κατά βάση Τετάρτες και Παρασκευές να γίνεται η των προηγιασμένων Λειτουργία, κατά δε τα Σάββατα και τις Κυριακές, ως ημέρες ιλαρώτερες καθώς και την ημέρα του Ευαγγελισμού να γίνεται κανονική θεία Λειτουργία. (Θυσία και Λειτουργία τέλεια).
Τονίζεται επίσης στο Πηδάλιο ότι η προηγιασμένη Λειτουργία είναι από τους χρόνους των διαδόχων των Αποστόλων σύμφωνα με την νστ (56) απόκριση του Συμεών του Θεσσαλονίκης και προ της εποχής του Αγίου Γρηγορίου του Διαλόγου
Μνημονεύουμε δε του Αγ. Γρηγορίου του Διαλόγου στην απόλυση της προηγιασμένης ή γιατί ο Διάλογος παρέδωσε αυτήν την θεία Λειτουργία στους Ρωμαίους στις ημέρες της Σαρακοστής και έδωσε εντολή και στους Ανατολικούς να την επιτελούν την Σαρακοστή, όπως θέλουν μερικοί, ή γιατί ο Διάλογος την εκαλλώπισε και την έφερε σε αυτή την τάξη.
Επινόησαν δε οι Πατέρες την Προηγιασμένη θεία Λειτουργία, για να γινώμεθα μέτοχοι και στις νηστήσιμες ημέρες της ουρανίου ζωής και χάριτος με την μετάληψη των Αγίων Μυστηρίων. 
Και όπως οι στρατιώτες εκείνοι που πολεμούν και το βράδυ παύουν τον πόλεμο και μεταλαμβάνουν τροφή και φαγητό, για να δυναμώσουν και να πολεμήσουν πάλι τους εχθρούς την ερχόμενη ημέρα, έτσι και εμείς μεταλαμβάνουμε (το εσπέρας) από το σώμα και το αίμα του Κυρίου τα προηγιασμένα από το Σάββατο η την Κυριακή, για να ενδυναμωθούμε και να πολεμήσουμε πάλι γενναιότερα τους νοητούς εχθρούς.

Στο περιοδικό «Νεανικά Αγκυροβολήματα» αναφέρεται:
«Το όνομά της η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία το πήρε από τα Τίμια Δώρα (ο Άρτος και ο Οίνος) που έχουν προαγιασθή σε προηγούμενη Θεία Λειτουργία. Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μεγάλου Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό Τιμίων Δωρων και μεταβολή του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού. 
Η Εκκλησία μας καθόρισε η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων να τελήται όλες τις Τετάρτες και τις Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. 
Ο Ιερεύς κάθε Σάββατο η Κυριακή της Μεγ. Τεσσαρακοστής κόβει από το πρόσφορο τον λεγόμενο «Αμνό», δηλαδή το τετράγωνο εκείνο τεμάχιο της σφραγίδας που γράφει ΙΣ-ΧΣ-ΝΙ-ΚΑ και το τοποθετεί επάνω στο ιερό Δισκάριο μαζί με τον «Αμνό» της Θείας Λειτουργίας που επιτελεί. 
Ανάλογα προς τον αριθμό των Λειτουργιών των Προηγιασμένων, που θα τελέση κατά την εβδομάδα που ακολουθεί, ο Ιερεύς εξάγει και τους αντίστοιχους «Αμνούς» από διαφορετικό πρόσφορο. 
Από αυτά το ένα θα χρησιμοποιηθή για τη θεία Μετάληψη της ημέρας εκείνης (Κυριακής), τα άλλα (συνήθως δύο) θα εμβαπτισθούν στο Ιερό Ποτήριο, όπου το άγιο Αίμα του Κυρίου, και θα φυλαχθούν σε ειδικό κιβωτίδιο, το ιερό Αρτοφόριο, για τις Λειτουργίες των Προηγιασμένων Δώρων, που θα γίνουν εντός της εβδομάδας. 
Κατ’ αυτές τις Λειτουργίες ο Ιερεύς θα προσφέρη στους πιστούς προς μετάληψη τα Προηγιασμένα αυτά Δώρα.
Η Λειτουργία των Προηγιασμένων είναι συνυφασμένη με την Ακολουθία του Εσπερινού, είναι δηλαδή βραδυνή. Αυτό έχει θεσπισθή, διότι οι παλαιοί Χριστιανοί κατά τις ημέρες της Μ. Τεσσαρακοστής έμεναν τελείως άσιτοι (νηστικοί) μέχρι τις βραδυνές ώρες. Μπορούσαν λοιπόν να εκκλησιασθούν και να κοινωνήσουν κατά τις εσπερινές ώρες.
Σήμερα η Λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται και το βράδυ (την Τετάρτη), συνηθέστερα όμως τελείται κατά τις πρωϊνές ώρες, προς διευκόλυνση των πιστών. 
Η Λειτουργία αυτή δεν έχει τον πανηγυρικό και θριαμβευτικό τόνο των άλλων Λειτουργιών, αλλά δεσπόζει σε αυτή το πένθιμο και κατανυκτικό στοιχείο, γι’ αυτό και ο Ιερεύς φοράει άμφια πένθιμου χρώματος. 
Κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα τελείται μόνο τις τρεις πρώτες ημέρες αυτής (Μ. Δευτέρα, Μ. Τρίτη και Μ. Τετάρτη). 
Επίσης τελείται και κατά τις ημέρες εορτής Αγίων, που η μνήμη τους συμπίπτει εντός της περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής. Δεν τελείται κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, ενώ κατά την τέλεσή της δεν γίνονται μνημόσυνα».

Monday, 25 February 2019

Μεγαλυνάρια

Μεγαλυνάρια λέγονται τα σύντομα τροπάρια που εγκωμιάζουν και δοξολογούν τα Ιερά Πρόσωπα. 
Αρχίζουν συνήθως με τη λέξη «Μεγάλυνον». Μ΄ αυτά προτρέπονται οι πιστοί να ανυμνήσουν τον Κύριο ή την Θεοτόκο από καρδίας ή να εγκωμιάσουν τον Άγιο που εορτάζει.
Τα μεγαλυνάρια εορτών και αγίων στη Θεία Λειτουργία
Μεγαλυνάριο ονομάζεται το είδος εκείνο των τροπαρίων το οποίο προήλθε από τα έμμετρα προΰμνια του ειρμού και των τροπαρίων της θ’ ωδής των κανόνων μεγάλων εορτών: α) δεσποτικών (Χριστούγεννα, Περιτομή, Θεοφάνεια, Πάσχα, Ανάληψη, Πεντηκοστή), β) Θεομητορικών (Εισόδια, Ευαγγελισμός, Υπαπαντή) και γ) εορτών αγίων (Μεγάλου Βασιλείου, Τριών Ιεραρχών). Η ετυμολογία της ονομασίας τους ανάγεται στην προστακτική του ρήματος «μεγαλύνω» (μεγάλυνον), αφού με αυτόν τον ρηματικό τύπο ξεκινούν τα περισσότερα από αυτά.

Το περιεχόμενο και ο στόχος των αρχικών προϋμνίων – μεγαλυναρίων είναι η παρακίνηση του εκκλησιάσματος σε δοξολογία του Κυρίου ή υμνωδία και τιμή των αναφερόμενων προσώπων, δηλαδή της Θεοτόκου ή των τιμώμενων αγίων. 
Ως μεγαλυνάρια θεωρούνται αρχικά και τα επονομαζόμενα ως Εγκώμια του όρθρου του Μεγάλου Σαββάτου, τα κοινώς λεγόμενα και ως Εγκώμια του Επιταφίου Θρήνου. Ο τελευταίος χαρακτηρισμός τους ως εγκώμια δεν είναι ακριβής, αφού αποτελούν μεγαλυνάρια, γεγονός που αποδεικνύεται άμεσα από το ίδιο το κείμενο των τροπαρίων.

Η νεώτερη και σύγχρονη λαϊκή έκφραση της λατρείας έχει (κακώς) φέρει σε πρώτο πλάνο διάφορα καινούργια μελοποιήματα, τα μεγαλυνάρια για τη τιμή εορτών και αγίων, τα οποία είναι ξεχωριστό είδος τροπαρίων και δεν εντάσσονται στην ίδια ομάδα με τα προηγούμενα. 
Τα τροπάρια αυτά συντίθενται κυρίως για λαϊκή κατανάλωση, συνδεόμενα άμεσα με τους παντοειδείς παρακλητικούς κανόνες. Τα ανωτέρω έχουν συντεθεί κατά μίμηση των μεγαλυναρίων των Παρακλητικών Κανόνων προς τη Θεοτόκο και ψάλλονται σε ήχο πλ. δ’ κατά τριφωνία, εκ του Γα. 

Η καθ’ όλα σεβαστή λαϊκή ευσέβεια, όσο επαινετή και αν είναι, δεν μπορεί να μεταπλάθει και να αλλοιώνει τη θεία λατρεία, χωρίς να αναγνωρίζει τις ισχύουσες τυπικές διατάξεις. Η αρχή αυτή συνήθως καταστρατηγείται, σαν να έχει ως γενικό κανόνα της τη ρήση του Σαίξπηρ «έτσι είναι, αν έτσι σας αρέσει» ή το κοινώς λεγόμενο: «έτσι αρέσει στον κόσμο»! Στο πλαίσιο του «πιασάρικου», επομένως, και με την επίδραση της διαχρονικά ισχυρής λαϊκής ευσέβειας τα διάφορα μεγαλυνάρια έκαναν την εμφάνισή τους στη λατρεία μετά το β’ ήμισυ του 20ου αι.

Η εμφάνιση των νεώτερων μεγαλυναρίων στη λατρεία μπορεί να χαρακτηριστεί από θετική, έως ανεκτή και απαράδεκτη. 
α) Τα μεγαλυνάρια μπορούν να γίνουν αποδεκτά κατά τη ψαλμωδία των παρακλητικών κανόνων, όπου η ακολουθία κατακλείεται με την απόδοση του μεγαλυναρίου του τιμώμενης εορτής ή προσώπου. 
β) Τα ίδια τροπάρια μπορούν να γίνουν ανεκτά ή με επιείκεια μη αποδοκιμαστέα όταν ψάλλονται στην ίδια ακολουθία, αλλά αυτή τη φορά ασύνδετα με το θέμα του κανόνα, δηλαδή, όταν μετά το πέρας του παρακλητικού κανόνα δεν περιορίζεται η απόδοση του μεγαλυναρίου του τιμώμενου αγίου και του αγίου του ναού, αλλά ακολουθούν ελάχιστα έως πολλά επιπλέον μεγαλυνάρια αγαπητών στη λειτουργική σύναξη αγίων. γ) Τα μεγαλυνάρια δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν αποδεκτά κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας.

Η ενσωμάτωση μεγαλυναρίων εορτών και αγίων στη διάταξη της Θείας Λειτουργίας είναι ένα νεώτερο φαινόμενο, το οποίο υπαγορεύθηκε από την ευαρέσκεια του λαού. Η απόδοση του μεγαλυναρίου γινόταν μετά το τέλος της ευχής της αναφοράς και των Διπτύχων, συνήθως μετά την εκφώνηση του λειτουργού «Και ως έκαστος». 
Η χρήση του σε αυτή τη θέση της Θείας Ευχαριστίας επηρεάστηκε σίγουρα από τους ακόλουθους παράγοντες: α) Τη μνημόνευση της Θεοτόκου στο Εξαιρέτως και το Άξιον εστίν (ή το «Επί σοι χαίρει» του λειτουργικού τύπου του Μεγάλου Βασιλείου, β) τη μνημόνευση του Τιμίου Προδρόμου και λοιπών αγίων στην ευχή μετά τη θεομητορική εκφώνηση, γ) τη μνημόνευση πάντων και πασών, δηλαδή σύνολης της Εκκλησίας, στα Δίπτυχα, δ) την παράθεση διαφόρων μεγαλυναρίων στο παλαιότερο Εγκόλπιο του Αναγνώστου της Αποστολικής Διακονίας. Η τελευταία καταγραφή δεν έγινε για την εξυπηρέτηση της ψαλμωδίας τους στη Θεία Λειτουργία, αλλά για τη διευκόλυνση των ιεροψαλτών σε περιπτώσεις που αυτά χρειάζονται, όπως π.χ. οι Παρακλήσεις.

Η χρήση του μεγαλυναρίου στη Θεία Λειτουργία σίγουρα πρέπει να αποφεύγεται, αφού: 
α) είναι ξένη για τη λειτουργική παράδοση είκοσι αιώνων, 
β) δεν μαρτυρείται σε κανένα χειρόγραφο κώδικα της Θείας Λειτουργίας, 
γ) κανένας Πατέρας της Εκκλησίας, αλλά και σύγχρονοι μελετητές της Λατρείας δεν αναφέρονται καθόλου σε αυτή, όχι επειδή τη θεωρούν αυτονόητη, αλλά επειδή είναι ανύπαρκτη, 
δ) είναι αστήρικτη νοηματικά και ασύνδετη με το περιεχόμενο, το νόημα και τον σκοπό τέλεσης της Θείας Ευχαριστίας. 

Η τελευταία έκδοση του Εγκολπίου της Αποστολικής Διακονίας, με την επιμέλεια του μεγάλου ρέκτη της χριστιανικής λατρείας π. Κων. Παπαγιάννη παρέλειψε στοχευμένα την παράθεση των μεγαλυναρίων, ώστε να διορθωθεί η παρανόηση της χρήσης τους στη Θεία Λειτουργία, σύμφωνα και με το προλογικό σημείωμα του επιμελητή.

Η απόδοση των μεγαλυναρίων στο συγκεκριμένο σημείο της Θείας Λειτουργίας δείχνει σαν να διακόπτει το μυστήριο στη μέση, να το αποπροσανατολίζει από το στόχο του και να αποσπά την προσοχή των πιστών από το μυστήριο, στρέφοντάς την στο πρόσωπο που τιμά το τροπάριο. Η εισαγωγή στις ετήσιες τυπικές διατάξεις του μεγαλυναρίου του Μεγάλου Βασιλείου, κάθε φορά που τελείται ο υπό το όνομά του σωζόμενος λειτουργικός τύπος, δεν πρέπει να γίνεται αποδεκτή. Η τυπική διάταξη αυτή αναιρείται, εκτός των άλλων, από την απουσία σχετικού τροπαρίου κατά τη τέλεση του τύπου του ι. Χρυσοστόμου.
Η απόδοση του «Άξιον Εστίν», του μεγαλυναρίου της Θεοτόκου, δεν μπορεί να υπαχθεί στον ίδιο κανόνα, αφού με την εκφώνηση του λειτουργού «Εξαιρέτως» εξαίρεται το πρόσωπο της Παναγίας και η συμβολή της στο μυστήριο της Θείας Οικονομίας. 
Το Άξιον Εστίν μαρτυρείται αδιάκοπα στις πηγές και δεν αμφισβητείται από κανέναν η θέση του στη Θεία Λειτουργία. 
Η προσθήκη και άλλων τροπαρίων, ποικίλων εορτών και αγίων, μειώνει την εξαιρετική τιμή προς το πρόσωπο της Θεοτόκου και εισάγει την ξαφνική απόδοση τιμής σε ιερά, μεν, πρόσωπα, μη αναφερόμενα, δε, στο μυστήριο. 
Η αντικατάσταση του Άξιον Εστίν σε περιπτώσεις δεσποτικών και θεομητορικών εορτών έχει και εδώ ως επίκεντρο τη τιμή της Θεοτόκου, στο πλαίσιο της συμβολής της στο εορταζόμενο γεγονός, και γίνεται, τις περισσότερες φορές, από τον ειρμό της θ’ ωδής του κανόνα της εορτής, με καθαρά θεομητορικό περιεχόμενο.

Η τιμή των αγίων είναι αυτονόητη και δεν μπορεί να παραθεωρείται. Η σύναξη, όμως, οφείλει να κάνει διάκριση του τρόπου και του χρόνου της τιμής των ιερών προσώπων, χωρίς να γίνεται συμφυρμός των καιρών της λατρείας. Οι ακολουθίες της Εκκλησίας δίνουν μεγάλο περιθώριο για την αναφορά στους τιμώμενους αγίους (Εσπερινός, Όρθρος κ.λπ.), ακόμα και στο πρώτο μέρος της Θείας Λειτουργίας, κατά την ψαλμωδία των απολυτικίων, χωρίς και εδώ να εκτρέπεται η κοινότητα σε ποσοτική κατάχρηση. Η Θεία Ευχαριστία είναι καθαρά μέσο κοινωνίας της σύναξης με τον Κύριο, μέσα από την ευχαριστιακή απόδοση λατρείας προς Εκείνον για τις ευεργεσίες του.

Η χριστοκεντρική διάσταση του μυστηρίου οφείλει να μην παραθεωρείται και να κατασιγάζει τις επιθυμίες του λαού, όταν αυτές ανατρέπουν τις θεολογικές προεκτάσεις των τελουμένων. Οι τυπικές διατάξεις δεν είναι νόμοι, αλλά οδοδείκτες, όπως ακριβώς και η κανονική παράδοση της Εκκλησίας. Η απόδοση των μεγαλυναρίων σε άκαιρα σαφώς δεν είναι κολάσιμη και δεν διώκεται. Η απάλειψή τους, όμως, από τη Θεία Λειτουργία διατηρεί την ευταξία της Λατρείας, δεν αποσπά το νου από το μυστήριο και διατηρεί τη θεολογική και νοηματική συνοχή του.

Γεωργίου Ζαραβέλα - Θεολόγου
ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας - Λειτουργικής ΕΚΠΑ