Κατανυκτικός λέγεται, διότι ψάλλονται κατανυκτικά τροπάρια από το Τριώδιο, που το περιεχόμενό τους διαποτίζεται από βαθιά συναίσθηση της αμαρτωλότητας, πένθος, συντριβή, μετάνοια και θερμή ικεσία για άφεση αμαρτιών. Εσπερινός Συγνώμης λέγεται, αυτός μόνον, από τους κατανυκτικούς, διότι στο τέλος της ακολουθίας ο λαός ασπάζεται το Ευαγγέλιο ζητώντας από τον Ιερέα συγγνώμη και στη συνέχεια και μεταξύ τους, ώστε συχωρεμένοι να αρχίσουν τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρόκειται για μια ωραία συνήθεια, που διατηρείται σε πολλές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος
Ένα άλλο χαρακτηριστικό των Εσπερινών αυτών είναι ότι μετά την Είσοδο και το «Εσπέρας Προκείμενον», αλλάζει ο διάκοσμος της Αγίας Τραπέζης και η στολή του Ιερέως. Από πασχαλινή, λόγω της Κυριακής, γίνεται πένθιμη, λόγω της Τεσσαρακοστής (αλλάζουν τα λευκά με πορφυρά - έφ' όσον τον Χριστό δεν Τον πενθούμε ως άνθρωπο, άλλ' ως Βασιλέα Θεό).
Στο τέλος του Εσπερινού ψάλλονται τα τροπάρια: «Θεοτόκε Παρθένε ... χαίρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά Σοῦ. εὐλογημένη, Σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας Σου, ὅτι Σωτήρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν.», «Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ, πάντων ἡμῶν μνήσθητι, ἵνα ῥυσθῶμεν τῶν ἀνομιῶν ἡμῶν· σοὶ γὰρ ἐδόθη χάρις, πρεσβεύειν ὑπὲρ ἡμῶν.» και κατακλείονται με την ευχή του Οσίου Έφραίμ του Σύρου:
«Κύριε καί Δέσποτα της ζωής μου, πνεύμα αργίας, περιεργίας, φιλαρχίας και άργολογίας μη μοι δως. Πνεύμα δε σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, υπομονής και αγάπης χάρισαί μοι τω σω δούλω. Ναι, Κύριε, Βασιλεύ, δώρησαί μοι του όράν τα έμά πταίσματα και μη κατακρίνειν τον άδελφόν μου ότι εύλογητός ει εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν»
Λέγοντας την, κάνουμε και τρεις μεγάλες μετάνοιες. Ακολουθούν δώδεκα μικρές, ενώ λέμε μυστικώς το: «Ο Θεός ίλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» και στο τέλος επαναλαμβάνεται το: «Ναί Κύριε, Βασιλεύ...» κάνοντας και τετάρτη μεγάλη μετάνοια.
Οι οκτώ τελευταίοι στίχοι του 103ου ψαλμού, ο οποίος λέγεται και Προοιμιακός, και συγκεκριμένα από το δεύτερο ημιστίχιο του στίχου 28, που αρχίζει με τη φράση «Ανοίξαντός Σου την χείρα... » γι' αυτό λέγονται και Ανοιξαντάρια.
Από τον στίχο αυτό ο ψαλμός δεν απαγγέλλεται αλλά ψάλλεται.
Ανοιξαντάρια λέγονται μόνο στους πανηγυρικούς Εσπερινούς και στις ολονυκτίες.
Τα Ανοιξαντάρια ψάλλονται σε αργό ειρμολογικό μέλος σε μεγάλες εορτές και πανηγύρεις.
Στις ολονυκτίες, κυρίως στις μονές του Αγίου Όρους, ψάλλονται μαζί με άλλα εγκωμιαστικά και δοξολογικά εφύμνια.
ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Τελείται κάθε απόγευμα. Αναφέρεται στην Δεσποτική η Θεομητορική η μνήμη Αγίου εορτή της επόμενης ημέρας. Είναι δοξολογία-ευχαριστία προς το θεό για την ημέρα που πέρασε και δέηση για το υπόλοιπο του απογεύματος και της νυκτός που θα έρθει.
Έκαστος χριστιανός, είτε κληρικός, είτε λαϊκός, οφείλει να προσεύχεται πάντοτε κατά το υπό του Κυρίου λεγόμενον, «γρηγορείτε και προσεύχεσθε...» (Μάρκ. ιδ' 38), και όπως ο Απόστολος Παύλος λέγει: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντι ευχαριστείτε» (Α' Θεσσαλ. ε' 17, 18). Τούτο δε επιτυγχάνεται διά της καθορισθείσης υπό της Εκκλησίας ημερονυκτίου προσευχής ως ακολούθως. Η εκκλησιαστική ημέρα της προσευχής αρχίζει από του Εσπερινού της μιας ημέρας και λήγει την επομένην με την Απόλυση της Θ' 'Ωρας της ημέρας ταύτης, ή οποία κατά το τυπικόν της Μεγάλης Εκκλησίας είναι το τέρμα, ήτοι η σφραγις της ήδη εκκλησιαστικώς ληγούσης ημέρας, ήτις ήρξατο από του χθεσινού Εσπερινού.
Ώστε εκκλησιαστική ημέρα θεωρείται το χρονικό διάστημα από του Εσπερινού της μιας ημέρας μέχρι της Απολύσεως της Θ' Ώρας της επομένης και ούτω καθεξής.
Αί ώραι της ακολουθίας της ημέρας, κατ' αλληλοδιάδοχον μορφή ανακυκλούμεναι εν πάσαις ταις ημέραις του ενιαυτού, προσδιορίζονται τυπικώς και εκκλησιαστικώς ως ώραι προσευχής και αναγωγικώς ορίζουσι την έννοια και την σημασία αυτών και την πνευματικην συνάρτησιν αυτών προς τον καθολικόν πνευματικό σκοπό. Ιστέον, ότι οι θείοι και ιεροί υμνογράφοι και υμνωδοί της εκκλησίας συνέθεσαν και εμελοποίησαν τη εμπνεύσει του Αγίου Πνεύματος τας ακολουθίας του ημερονυκτίου, περιλαμβάνοντες τους διαφόρους ψαλμους και τα διάφορα τροπάρια, κανόνας κλπ., τα οποία όντως ανταποκρίνονται συμβολικώς προς τα εν εκάστη προσευχή και εν εκάστη ημέρα ιστορούμενα περιστατικά και προς τον δι' αυτής επιδιωκόμενον σκοπό και την επιζητουμένην ωφέλειαν υπό πάντων των προσευχομένων. Λαμβανομένης λοιπόν ούτω μιας ημέρας ως παραδείγματος δύναται να διακριθη απολύτως η θρησκευτική αναγκαιότης και η ωφελιμότης αυτών.
Η Δευτέρα π.χ. ως εκκλησιαστική ημέρα λογίζεται από του Εσπερινού της Κυριακής μέχρι και της Θ' Ώρας της Δευτέρας, οπότε και αι προσευχαί διακρίνονται ως εξής:
1) Πρώτη προσευχή είναι, ως είρηται, ο Εσπερινόςόστις αρχίζει με τον Προοιμιακόν ψαλμόν, ο οποίος είναι η μεγαλοπρεπεστέρα δοξολογία προς τον 'Υψιστον Θεόν, τον Δημιουργόν του σύμπαντος, και ο οποίος προοιμιάζεται, ήτοι αρχίζει τήν προσευχην της επομένης ημέρας, ενταύθα της Δευτέρας. `Ο Εσπερινός συμβολίζει την Αποκαθήλωσιν του Κυρίου υπό του Ιωσήφ και Νικοδήμου, ως και την εμφάνιση του Κυρίου ανασταντος εις τους Μαθητας του το εσπέρας της Κυριακής της Αναστάσεως και του Θωμα. Και παρατηρείται, κατά τον Άγιον Μάρκον τον Ευγενικόν, ότι η ανάγνωσις ή η ψαλμωδία ψαλμών, τροπαρίων κλπ. συναδει εν πολλοίς προς τον εσπερινόν ως το «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου' έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή» (Ψαλμ. ΡΜ' 2). 2) Δευτέρα προσευχή είναι το το Απόδειπνον, το οποίον αναγινώσκεται, εν μεν τη εκκλησία μετά τον Εσπερινόν, ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου, κατ' οίκον δε προ της κατακλίσεως προς ύπνον, προσαγομένης δεήσεως προς τον Κύριον, όπως το στάδιον της νυκτός διέλθη εν ησυχία και ασφαλεία. Το Απόδειπνον διακρίνεται εις Μέγα, αναγινωσκόμενον κατά τας νηστησίμους ημέρας, και εις Μικρόν αναγινωσκόμενον καθ' όλον το έτος και εν τη περιόδω της Μεγ. Τεσσαρακοστής εκάστην Παρασκευήν εις τους Χαιρετισμούς, και Σάββατον και Κυριακήν. 3) Τρίτη προσευχή είναι το Μεσονυκτικόν, το οποίον λέγεται το μεσονύκτιον κατά τον ψαλμικον στίχον «Μεσονύκτιον εξεγειρόμην του εξομολογείσθαί σοι, επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ' 62). Συμβολίζει δε την οφειλομένην υφ' ημών εγρήγορσιν, καθ' όσον ο Νυμφίος Χριστός μέσης νυκτός παρεγένετο ταις φρονίμοις παρθένοις. Συμβολίζει επίσης και την ημών έγερσιν εκ του ύπνου, ως περιόδου του σκότους και της πλάνης, εις την φωτεινήν ζωήν, την όποιαν από του μεσονυκτίου, ως απαρχής της νέας ημέρας, αρχόμεθα να διάγωμεν πιστεύοντες και λατρεύοντες τω Θεώ. 4)Τετάρτη προσευχή είναι ό Όρθρος προς τον οποίον επισυνάπτεται και η Α' Ώρα, και αποτελούσι, αμφότεραι την εωθινήν προσευχή της Εκκλησίας. Όρθρος, λέγεται το χρονικού διάστημα το διαρρέον από της βαθείας σχεδόν χαραυγής «όρθρου βαθέος» μέχρι και του τοιούτου περί την χαραυγήν, ήτοι την προ της ανατολής ώραν, ως λέγει και ή Ωδή «εκ νυκτός ορθρίζει το πνευμά μου προς σε ο Θεός, ότι φως τα προστάγματά σου επί της γης» (Ησαΐου κς' 9). Η επισυναπτομένη εν τω 'Ορθρω Α ' Ώρα το πάλαι ανεγινώσκετο μίαν ωραν μετά την ανατολήν του ήλίου, ήτοι περί την 7ην πρωινή. 5) Πέμπτη προσευχή η Γ' Ώρα, η όποία κανονικώς ανεγινώσκετο την τρίτην ώραν της ημέρας, ήτοι την 9ην πρωινή. Κατα την ώραν ταύτην επεδήμησε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών επί τους Αγίους Αποστόλους (Πράξ. β' 15) ως υμνολογεί και ή Εκκλησία «Κύριε ο το Πανάγιόν σου Πνεύμα εν τη τρίτη ώρα τοις Αποστόλοις σου καταπέμψας...». 6) Έκτη προσευχή είναι η ΣΤ' Ώρα, δηλαδή η μεσημβρία. Κατ' αυτήν απεφασίσθη ό θάνατος και εσταυρώθη ο Κύριος επί του Γολγοθά (Ματθ. κζ' 26 κ.ε.). Δι' αυτό και αρμόδιον είναι το τροπάριοντης ώρας ταύτης «`Ό εν έκτη ήμέρα τε και ώρα τω Σταυρω προσηλώσας...». 7) Εβδόμη προσευχή είναι η Θ' Ώρα, ήτοι ή 3η απογευματινή περίπου, καθ' ην o Ιησούς παρέδωκε το πνεύμα, ως υμνολογεί ή Εκκλησία «`Ό εν τη ενάτη ώρα δι' ημάς σαρκί του θανάτου γευσάμενος...». Ούτω συμπληρούνται αι επτα ώραι ή επτά σταθμοί των προσευχών, κατά το ψαλμικού ρητού «επτάκις της ημέρας ήνεσά σε επί τα κρίματα της δικαιοσύνης σου» (Ψαλ. ΡΙΗ' 118), ως και αλλαχού η ψαλμική δέησις «εσπέρας και πρωί και μεσημβρίας διηγήσομαι και απαγγελλώ και εισακούσεται της φωνής μου» (Ψαλμ. ΝΔ' 18).
Περί των αναφερομένων Ωρών του ημερονυκτίου σημειούνται τα εξής. Εις το Άγιον Όρος είναι εν χρήσει δύο ώραι, εκτός της νέας λεγομένης Ευρωπαϊκής τοιαύτης. Πρώτη είναι η λεγομένη Βυζαντινή Ώρα, καθ' ήν πρέπει, όταν δύη ό ήλιος, εις όλας τάς εποχάς του έτους, το ωρολόγιον να δεικνύη 12 και εκείθεν να καταμετρώνται μία ώρα, δύο ώραι της νυκτός μετά την δύσιν κλπ.. Δευτέρα είναι η λεγομένη Ιβηριτική ώρα, η οποία έχει εις την ανατολήν του ήλίου ώρα 12 καί αρχίζει πρώτη, δευτέρα ώρα της ημέρας μετά την ανατολήν του ηλίου και ούτω καθεξής. Όσον δε αφορά την Ελλάδα αύτη χρησιμοποιεί την Ευρωπαϊκήν ώραν από μεσονυκτίου εις μεσονύκτιον. Οκτώηχος, Εκδόσεις Βας. Ρηγόπουλου, 1988, Θεσσαλονίκη Pigi Zois