Thursday, 21 January 2021

Τέμπλο(ν) - Εικονοστάσιο

Η λέξη τέμπλο προέρχεται από την λατινική λέξη templum που σημαίνει τέμενος, δηλαδή, χώρος ιερός, διακριτός από κάποιον άλλο και προοριζόμενος για τη λατρεία του Θεού.
Το τέμπλο ως ένα είδος διαχωριστικού φράγματος (μεταξύ του κυρίως ναού και του άδυτου) δεν ήταν άγνωστο στους προχριστιανικούς αρχαίους ελληνικούς και ιουδαΐκούς ναούς.
Φυσικό σύνορο ανάμεσα στον ανθρώπινο κόσμο (κυρίως ναός) και τον επουράνιο (ιερό βήμα), το τέμπλο συνιστά συμβολικό σημείο συνάντησης του νοητού και του αισθητού, του επέκεινα και του εφήμερου.
Χαμηλά και υψηλά φράγματα-τέμπλα κατασκευασμένα από μέταλλο η ξύλο, ενώ από τα μέσα του 4ου αιώνα και λίθινο, ύψους από 30 έως 70 εκατοστά (εξ αυτού προκύπτουν οι ονομασίες του ως «στηθέον» ή «θώραξ», επειδή προσέγγιζε στο ύψος του ανθρώπινου στήθους σχεδόν ως τον 7ο αιώνα οπότε και αναφέρονται μόνο υψηλά φράγματα) τα εκκλησιαστικά τέμπλα (εικονοστάσια) συγκροτούν τις πιο χαρακτηριστικές και επιβλητικές αρχιτεκτονικές και διακοσμητικές ενότητες του εσωτερικού χώρου των νεοελληνικών ναών.


Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΛΟΥ*

Τί εἶναι τέμπλο – ὁρισμός
Τὸ τέμπλο ἢ ἀλλιῶς φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου ἢ μέγα εἰκονοστάσι ἢ ἁπλά εἰκονοστάσιο εἶναι ἕνα βυζαντινῆς καταγωγῆς ἀρχιτεκτονικὸ μοτίβο, τὸ ὁποῖο εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν Ἀνατολικῶν Ἐκκλησιῶν. Πρόκειται γιὰ τὸν τοῖχο ὁ ὁποῖος διαχωρίζει τὸ Ἅγιο Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ βρίσκονται σήμερα οἱ Δεσποτικὲς καὶ ἄλλες ἱερὲς εἰκόνες.
Ἔτσι ὀνομάζεται στοὺς ὀρθοδόξους ἱεροὺς ναοὺς μία ξύλινη ἢ μαρμάρινη κατασκευή, ἡ ὁποία χωρίζει τὸν κυρίως ναὸ ἀπὸ τὸ Ἱερὸ Βῆμα. Τὸ Ἱερὸ Βῆμα, χῶρος «ἄβατος» καὶ πολὺ ἱερός, φράσσεται καὶ προστατεύεται ἀρχικὰ μὲ τὴν κατασκευὴ αὐτή, ἕνα χαμηλὸ δηλαδὴ κιγκλίδωμα, τὸ ὁποῖο προοδευτικὰ ὑψώνεται καὶ εἶναι γνωστὸ ὡς φράγμα Πρεσβυτερίου, Τέμπλο ἢ καὶ Εἰκονοστάσι (ἀργότερα)… Ἡ κατασκευὴ αὐτὴ δύναται νὰ παραλληλισθεῖ μὲ ἀνάλογα κιγκλιδώματα σὲ ταφικὰ μνημεῖα -καὶ ἰδιαίτερα στοὺς τάφους μαρτύρων- τὰ ὁποῖα εἶχαν ὡς κύριο σκοπὸ ἀφενὸς τὴ διαφύλαξη τῆς ἱερότητος τοῦ χώρου τῶν Μαρτυρίων-Ναῶν, καὶ ἀφετέρου τὴν τοποθέτηση προσκυνηματικῶν ἱερῶν Εἰκόνων (πρβλ. καὶ τὸν ὅρο «Εἰκονοστάσιον», ὁ ὁποῖος βέβαια ἐπικρατεῖ ἀργότερα, 11ος αἰ.).
Τὸ τέμπλο ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ κομμάτια τὰ ὁποῖα τὸ συνθέτουν· τὰ μέρη ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀποτελεῖται τὸ φράγμα τοῦ πρεσβυτερίου εἶναι: α) τὸ ἐπιστύλιο μὲ εἰκόνες ποὺ παριστάνουν σκηνὲς ἀπὸ τὸ Δωδεκάορτο (τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ τέμπλου), β) τὶς Δεσποτικὲς εἰκόνες ποὺ παριστάνουν τὴν Παναγία, τὸν Χριστό, τὸν Ἅγιο στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναὸς καὶ τὴν Δέηση γ), τὰ βημόθυρα μὲ παράσταση τοῦ Εὐαγγελισμοῦ καὶ Ἁγίους. Η κεντρική τοῦ θύρα ὀνομάζεται Ὡραία Πύλη, ἐνῷ οἱ πλαϊνὲς παραπόρτια. Πρὶν ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη ὑπάρχει ὁ σολέας, ἕνα εἶδος ὑπερυψωμένου διαδρόμου πανω στὸν ὁποῖο γίνεται η μετάληψη τῶν πιστῶν. Ὁ σολέας συμβολίζει τὸν ποταμὸ τοῦ πυρός, ὁ ὁποῖος διαχωρίζει
τοὺς δίκαιους ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλούς. Στὶς σειρὲς τῶν εἰκόνων τοῦ τέμπλου οι ἱερὲς μορφὲς τοποθετοῦνται μὲ ἁρμονικὴ τάξη καὶ αὐστηρὴ συνέπεια.
Οἱ μορφὲς τοῦ φράγματος - τέμπλου ποικίλλουν ἀναλογα με τὶς ἐποχὲς καὶ τὴν ἐξέλιξη τῆς λατρείας. Ὑπάρχουν τρεῖς κυρίως κατηγορίες τέμπλου: α) μαρμάρινο (κυρίως τὸν 4ο μὲ 5ο αἰώνα), β) ξυλόγλυπτο, κατασκευασμένο δηλαδὴ ἀπὸ ξύλο ποὺ κοσμεῖται μὲ εἰκόνες καὶ γ) κτιστὸ ποὺ κοσμεῖται μὲ τοιχογραφίες.

Ἱστορία τοῦ τέμπλου
Ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅταν ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦνται κάποια ἰδιαίτερα κτήρια ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς γιὰ τὴν συνάθροιση τοῦ λαοῦ καὶ την τέλεση τοῦ πρώτου καὶ σημαντικότερου μυστηρίου, τῆς Θείας Εὐχαριστίας δηλαδή, διαχωρίσθηκε καὶ ξεχώρισε ὁ τόπος, ποὺ ἐτελεῖτο αὐτὴ ἀπὸ τὸ πρεσβυτέριο. Τὸ φράγμα λοιπὸν τοῦ πρεσβυτερίου γνώρισε μία πάρα πολὺ μεγάλη ἐξέλιξη. Πῆρε διάφορες μορφὲς ἀνὰ τοὺς αἰῶνες πρὶν καταλήξει στὴ σημερινὴ μορφή. Ἀπὸ ἕνα χαμηλὸ καὶ ἁπλὸ διαχωριστικὸ φράγμα μεταξύ του ἱερατείου καὶ τοῦ λαοῦ κατέληξε γιὰ παράδειγμα στὴν Ὀρθόδοξη Ρωσία ἕνα πανύψηλο τεῖχος, τὸ ὁποῖο σὲ πολλὲς περιπτώσεις φθάνει μέχρι καὶ τὴν ὀροφή.
Ἡ τέχνη ἀλλὰ καὶ τὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιήθηκε κατὰ καιροὺς γιὰ τὴν κατασκευὴ ποὺ ποικίλλουν. Ἀρχικὰ χρησιμοποιήθηκε κατὰ κόρον τὸ ξύλο ἢ ὁ σίφηρος ἀλλὰ στὴν πιὸ ἐκλεπτυσμένη καὶ μεταγενέστερή του μορφή, τὸ μάρμαρο ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἀπέδωσε λαμπρότητα καὶ πολυτέλεια. Ὁ χριστιανικὸς ναός, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα παίρνει ἕνα σταθερὸ προσανατολισμὸ μὲ τὸ Ἱερὸ Βῆμα πρὸς ἀνατολάς, ὡς γνωστὸν χωρίζεται κατὰ μίμηση τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομώντα (ὁ ὁποῖος ἦταν ἐπίσης στραμμένος στὴν ἀνατολὴ) σὲ τρία μέρη: τὸν πρόναο, ποὺ προορίζεται γιὰ τοὺς κατηχουμένους, τὸν κυρίως Ναό, στὸν ὁποῖο παραμένουν οἱ πιστοὶ καὶ στὸ Ἅγιο Βῆμα. Ἀπὸ τὸν δ΄ αἰ. μὲ τὸ διάταγμα τῆς Ἀνεξιθρησκίας (313 μ.Χ.) καὶ τὴν ἀνέγερση τῶν ναῶν, τὸ τέμπλο μὲ τὰ καταπετάσματα ὑπάρχουν γιὰ νὰ εἶναι τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀθέατο στοὺς πιστοὺς (οὔτε νὰ ἀκοῦν οὔτε νὰ βλέπουν).
Τὸν ε΄καὶ στ΄ αἰ. ὑψηλὸ καὶ χαμηλὸ τέμπλο συνυπάρχουν, ἐνῷ ἀπὸ τὸν ζ΄αἰ. δὲν πιστοποιεῖται πλέον χαμηλὸ τέμπλο (φράγμα). Ἡ μορφὴ τοῦ τέμπλου παγιώθηκε μετὰ τὴν ὁριστικὴ ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων καὶ τὴ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Η Ἀναίμακτος θυσία γινόταν πάντα μὲ κλειστὰ τὰ βημόθυρα καὶ τὰ παραπετάσματα. (ἀπὸ τὴ Μεγάλη Εἴσοδο μέχρι τὸ «Μετὰ φόβου»). Στὶς παλαιοχριστιανικὲς βασιλικὲς ἀρχικῶς λοιπὸν τὸ τέμπλο εἶχε τὴ μορφὴ χαμηλοῦ κυγκλιδώματος, γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται «κιγκλίδες, κάγκελλοι, κάγκελλα» καὶ οἱ εἴσοδοι «καγκελοθύρια» ἢ «Ἅγια Θύρα». Κατασκευάζονταν ἄλλοτε ἀπὸ ξύλα ποὺ πλέκονταν χιαστί, ἄλλοτε ἀπὸ μέταλλο καὶ ἄλλοτε ἀπὸ λίθο, ὅποτε ἀποτελοῦνταν ἀπὸ τετράγωνους πεσσίσκους, μεταξὺ τῶν ὁποίων παρεμβάλονταν ἀνάγλυφες ἢ ἀμφιγλυφὲς πλάκες ποὺ ὀνομάζονταν «στήθεα» ἢ «θώρακες» καὶ διακοσμοῦνται μὲ διάφορα θέματα π.χ. μὲ τὸν ἐντὸς κύκλου σταυρό, τὸ μονογράφημα τοῦ Χριστοῦ, κληματίδες ἢ πτηνὰ κ.λπ. Ἡ ὡραία Πύλη ἐξαίρεται ὅμως εἴτε μὲ ἕνα τόξο πάνω ἀπὸ αὐτήν, ποὺ στηρίζεται σὲ δύο κίονες ἢ μὲ τὴ διαμόρφωση ἑνὸς προστώου. Τοποθετοῦνται δηλαδὴ τέσσερις κίονες καὶ ἐπάνω ἀπὸ αὐτὴν ἕνας μικρὸς θόλος ἢ πλάκα.
Ἀργότερα τὸ φράγμα καὶ ὁλόκληρο τὸ Βῆμα ἀνυψώνεται περισσότερο καὶ πάνω στοὺς πεσσίσκους τοποθετοῦνται μικροὶ κίονες ποὺ ἑνώνονται στὴν ἀπόληξή τους μὲ τὸ ἐπιστύλιο. Ἀνάμεσα σὲ αὐτοὺς τοποθετοῦνται τὰ βῆλα (κουρτίνες). Οἱ εἰκόνες ἀνάμεσα σ’ αὐτὲς τὶς κολῶνες θὰ τοποθετηθοῦν ἀργότερα, τὸν 14ο αἰώνα ὅπου τότε καταργοῦνται τὰ βῆλα καὶ τὴ θέση τους καταλαμβάνουν οἱ εἰκόνες. Ἑκατέρωθεν τῆς Ἁγίας Πύλης τοποθετοῦνται εἰκόνες τοῦ Κυρίου καὶ τῆς Θεοτόκου, ἐνῷ στὰ ὑπόλοιπα κενὰ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, τοῦ Ἁγίου τοῦ ναοῦ, ἄγγελοι, ἀρχάγγελοι κ.τλ. Ἀπὸ τὸν 8ο μὲ 9ο αἰ. ἐπικρατεῖ τὸ ὑψηλὸ τέμπλο καί, ἐπειδὴ διακοσμεῖται πλουσιότερα, ὀνομάζεται «κοσμήτης». Στὴ Ρωσία ἡ ἀνύψωση φθάνει μέχρι καὶ τὴν ὀροφὴ τοῦ ναοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διαδίδεται καὶ σὲ ἀρκετὲς περιοχὲς τοῦ Ὀρθοδόξου κόσμου.
 
Μέχρι τὸ τέλος τοῦ 14ου αἰώνα τὸ ρωσικὸ τέμπλο διατηρεῖ σχετικὰ μέτριες διαστάσεις καὶ κάποια τεκμήρια ἀποδεικνύουν ὅτι τὸ ὕψος του δὲν εἶναι τέτοιο ποὺ νὰ ἐμποδίζει τοὺς πιστοὺς νὰ παρακολουθήσουν τὴ λειτουργικὴ δράση ποὺ ἐκτυλίσσεται στὸ ἱερό. Εἶναι μόνο στὸν 15ο αἰώνα, ποὺ ἀρχίζει νὰ πλαταίνει στοὺς καθεδρικοὺς ναοὺς καὶ στὶς μεγάλες μοναστικὲς ἐκκλησίες, πάνω ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα πέτρινα ἢ ξύλινα κιγκλιδώματα ὕψους περίπου 1.5 μ., μὲ τὰ ὑπερμεγέθη ἰκριώματα τοῦ τέμπλου τῶν πέντε βαθμίδων, πού, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς συστοιχίες τῶν μεσιτῶν καὶ τὶς εἰκόνες τῶν τότε ἁγίων, περιλαμβάνει μία 4η καὶ 5η συστοιχία, ἀφιερωμένες στοὺς προφῆτες καὶ τοὺς πατριάρχες.
Τὸ ἱερὸ Βῆμα λοιπὸν χωρίζεται ἀπὸ τὸν κυρίως ναὸ μὲ το τέμπλο, τὸ ὁποῖο διαμορφώθηκε σταδιακὰ ὅπως ἀναφέρθηκε ἤδη ὅποτε πῆρε τὴ σημερινή του μορφή. Τὸ σημερινὸ τέμπλο, ὅπως δείχνει καὶ ὁ M. Winkler, εἶναι καταρχὴν τὸ χώρισμα πού, ἀπὸ τὸν 4ο αἰώνα, τὸν καιρὸ τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀπομόνωνε τὸ θυσιαστήριο ἀπὸ τὸν ναό. Ὄντας διαφανές, (ἀποτελούμενο γενικὰ ἀπὸ ἕνα πέτρινο ἢ μαρμάρινο ἰκρίωμα, ἐλάχιστα ἀνασηκωμένο καὶ διακοσμημένο μὲ χριστιανικὰ ἐμβλήματα), συμβόλιζε τὴ διάκριση καὶ ταυτόχρονα τὴ συνάντηση, ἀλλὰ χωρὶς χωρισμό, μέσα στὴ Θεία Λειτουργία, τοῦ αἰώνιου, οὐράνιου κόσμου καὶ τοῦ ἐφήμερου, γήινου κόσμου, τῆς ἔνδοξης Ἐκκλησίας ποὺ ἔχει ἤδη ἀνεβεῖ στοὺς οὐρανούς, στὸν Χριστὸ καὶ τὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ποὺ βασανίζεται καὶ μάχεται.

Σήμερα, στὰ εἰκονοστάσια βρίσκονται ἀφενὸς ζωγραφισμένες μεγάλες εἰκόνες, ἀφετέρου, κάτω ἀπὸ αὐτές, εἶναι ἀνηρτημένες μικρὲς εἰκόνες μὲ τὸ ἴδιο θέμα γιὰ προσκύνηση. Οἱ μεγάλες εἰκόνες ποὺ παρετίθενται σὲ αὐτὸ εἶναι αὐτὲς της Παναγίας ἀπὸ ἀριστερά, τοῦ Χριστοῦ στὰ δεξιά, τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστοῦ δεξιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου στὸν ὁποῖο εἶναι ἀφιερωμένος ὁ ναὸς ἀριστερά της Παναγίας.
 
Ἡ Θεολογία τοῦ τέμπλου
Τὸ τέμπλο ἢ φράγμα δὲν εἶναι καινοτομία τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἀλλὰ ἀποτελεῖ συνέχεια ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Τό τέμπλο ἀντικατέστησε τὸ καταπέτασμα τοῦ Ναοῦ (τοῦ Σολομῶντος), ὅπου ἔκρυβε τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀπὸ τὸν κυρίως Ναό.
Τὸ Εικονοστάσιο ἢ Τέμπλο χωρίζει τὸ Ἱερὸ Βῆμα ἀπὸ τὸν κυρίως ναό, διαχωρίζει τὴν ἁψίδα μαζὶ μὲ τὸ θυσιαστήριο. Ὡστόσο δὲν ἀποτελεῖ διαχωριστικὸ τοῖχος, ἀλλὰ συνδετικὸ κρίκο μεταξὺ τῶν δύο κόσμων, τοῦ αἰσθητοῦ καὶ τοῦ νοητοῦ. Εἶναι ἕνα σύνορο ποὺ χωρίζει τὸν ἀνθρώπινο κόσμο (κυρίως ναὸς) ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο (ἱερὸ βῆμα). Τὸ σημερινὸ τέμπλο ποὺ βλέπουμε στὶς ἐκκλησίες μας διαμορφώθηκε ἔτσι ἐπηρεασμένο ἀπὸ τὴν τέχνη τοῦ «μπαρὸκ» (εἰκονοστάσια Ρωσίας, Βαλκανίων, Ἱεροσολύμων καὶ Ἁγίου Ὄρους). Πάνω στὸ εἰκονοστάσι τοποθετοῦνται οἱ ἱερὲς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων καὶ μαρτύρων τῆς πίστης μας. Στὸ πάνω μέρος τοῦ εἰκονοστασίου βρίσκεται τὸ λεγόμενο δωδεκάορτο. Ἐπίσης τοποθετοῦνται στὸ πάνω μέρος τοῦ εἰκονοστασίου σὲ μικρὸ μέγεθος οἱ εἰκόνες τῶν Ἀποστόλων καὶ τῶν Προφητῶν. Στὴν κορυφὴ τοποθετεῖται ὁ σταυρὸς μὲ τὴν Παναγία καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο ποὺ ἀπεικονίζουν τὴ Σταύρωση τοῦ Χριστοῦ. Ἡ διακόσμηση μὲ τὴν ἄμπελο συνήθως συμπληρώνει τὴν ὅλη εἰκόνα τοῦ εἰκονοστασίου. Οι πιστοὶ εἶναι τὰ κλήματα ποὺ πρέπει νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν ἄμπελο τὴν ἀληθινὴ γιὰ νὰ πάρουν τὴ θεία ζωὴ καὶ νὰ ἀνέβουν στὰ οὐράνια.
Τὸ Ἅγιο Βῆμα πολὺ νωρὶς συνδέθηκε μὲ τὸν χῶρο τοῦ ὑπερώου ὅπου ελαβε χώρα ὁ Μυστικὸς Δεῖπνος. Συμβόλιζε ἐπίσης τὸ θεοδόχο ὄρος Σινᾶ, στὸ ὁποῖο καλυμμένο «ζόφῳ καὶ γνόφῳ καὶ θυέλλῃ» εἰσέρχεται ὂ ἱερέας σὰν ἄλλος Μωυσὴς γιὰ νὰ τελετουργήσει τὸ μυστήριο.
Πολλοὶ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ τέμπλο καὶ εἶδαν διάφορους συμβολισμούς σ’ αὐτό, ἰδιαιτέρως ὅμως ἐξαίρονται τὰ βημόθυρα, ἡ Ὡραία Πύλη.
Σ’ αὐτὰ εἶδαν την Θεοτόκο, ἢ ὁποία γίνεται ἡ θύρα τὴν ὁποία διέρχεται ὂ Χριστὸς γιὰ νὰ ἔλθει στὸν κόσμο. Ἔτσι λοιπόν μὲ τὴν διακονία Της στὸ μυστήριο τῆς Δεσποτικῆς Οἰκονομίας ἡ Κυρία Θεοτόκος ἔγινε ἡ Πύλη ποὺ βλέπει ἀνατολικά. Γι΄ αὐτὸ πρὶν ἀρχίσει τὴ Θεία Λειτουργία ὁ λειτουργὸς ἱερέας, ἀνοίγοντας τὴν Ὡραία Πύλη – ἐπὶ τῆς ὁποίας ἁγιογραφεῖται συνήθως ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου – λέγει τὸ κατανυκτικὸ τροπάριο «Τῆς εὐσπλαχνίας τὴν πύλην ἄνοιξον ἡμῖν εὐλογημένη Θεοτόκε…». Ζητᾶ ἔτσι ἀπὸ τὴν Παναγία ν’ ἀνοίξει τὴν πύλη τῆς μητρικῆς Της ἀγάπης γιὰ νὰ εἰσέλθει ὁ Χριστός μεσα στους πιστους και αυτοί να εισελθουν μεσα σ’ Αὐτόν.
Θὰ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ ὅτι τὸ τέμπλο δὲν εἶναι κάτι ποὺ διαχωρίζει τὸ ἱερὸ ἀπὸ τὸ βέβηλο, τὸ Ἅγιο ἀπὸ τὸ μὴ Ἅγιο. Ἴσως σὲ κάποια στιγμή – σὲ ἐποχὲς καὶ περιστάσεις δύσκολες – νὰ ἀπέκοψε τρόπον τινὰ τὸν λαὸ ἀπὸ τὴν τελεσιουργία τοῦ Μυστηρίου τῶν Μυστηρίων. Παρόλα αὐτὰ ἀντιθέτως συμβολίζει κάτι τὸ τελείως διαφορετικό.
Ἄλλες φορές ἁπλό, ἄλλες πιὸ σύνθετο, διαφορετικὸ ἀπὸ ναὸ σὲ ναὸ τὸ τέμπλο, ὅπως καὶ νὰ ἔχει, χωρίζει καὶ ταυτόχρονα ἑνώνει τὸν Οὐρανὸ μὲ τὴ Γῆ, Τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο! Ἄλλως μπορεῖ νὰ λεχθεῖ ὅτι εἶναι προορισμένο γιὰ αὐτὸν τὸν σκοπό. Προορισμένο νὰ συμβολίζει τὴ συνάντηση καὶ συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, τοῦ Οὐρανοῦ μὲ τὴ Γῆ, μὲ τὴ συμμετοχὴ ὁλόκληρής της Ἐκκλησίας στὴ μεσιτεία καὶ τὴν προσφορὰ τοῦ Μοναδικοῦ Μεγάλου Ἱερέα, τὸ τέμπλο δὲν μοιάζει νὰ ἔχει παρεκτραπεῖ ἀπὸ τὸ σκοπό του, ἀφοῦ σταματᾶ καὶ συλλαμβάνει, κατὰ κάποιο τρόπο, τὴν προσευχὴ τοῦ χριστιανικοῦ συνόλου, ἀντὶ νὰ τὴν ὁδηγεῖ καὶ νὰ την ἀναμειγνύει, ὅπως τὸ νερὸ ἀναμειγνύεται μὲ τὸ κρασὶ τῆς Εὐχαριστίας, στὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ, κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία.
Ἐξάλλου δὲν πρέπει νὰ ξεχνᾶμε πὼς κλῆρος καὶ λαὸς συμμετέχουν στὰ Μυστήρια καὶ πὼς ὅλοι μαζί, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας πορευόμαστε πρὸς τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ Θεός ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς ἑνώνει, ὄχι γιὰ νὰ μᾶς χωρίζει. Ἡ Θεολογία τοῦ τέμπλου ἐν κατακλείδι εἶναι ὁ προορισμὸς ἐκεῖνος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ τοῖχος ἐκεῖνο ποὺ χωρίζει τὸ ἱερὸ ἀπὸ τὸν ὑπολοιπο Ναό, ποὺ ναὶ μὲν χωρίζει, ἀλλὰ ταυτόχρονα ἑνώνει μυστικὰ Θεὸ καὶ άνθρωπο!

Λειτουργική σημασια τοῦ τέμπλου – Λειτουργική Ἀναγέννηση

Ἡ λειτουργικὴ ἀναγέννηση στοχεύει στὴν κατάργηση τοῦ τέμπλου στὴ σημερινή του μορφή, ποὺ ἐπιτείνει τὴ διάκριση κλήρου καὶ λαοῦ. Ἡ ἀναγέννηση αὐτὴ δὲν συνιστᾶ την ἐπαναφορὰ τοῦ πρωτοχριστιανικοῦ μοντέλου, ἀλλὰ τὴ μορφὴ ποὺ εἶχε μετὰ τὸ θρίαμβο τῶν εἰκόνων, μὲ «στήλους» (ἐξ οὗ καὶ ὁ γνωστὸς ὅρος «ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων») καὶ χαμηλὰ θωράκια, στὸ ὕψος τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσαν νὰ τοποθετηθοῦν μικρὲς φορητὲς εἰκόνες, ἀντὶ τῶν γιγαντιαίων σημερινῶν. Στοχεύει μὲ ἄλλα λόγια στὴν ἐπαναφορὰ τῆς ὀρθόδοξης ναοδομίας στὴν ἀρχική της μορφὴ (παλαιοχριστιανικὴ ἢ πρώιμη βυζαντινή), μὲ ἀνάδειξη τῶν στοιχείων ἐκείνων ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν πρωτοποριακὴ ἐπανάσταση τῆς βυζαντινῆς τεχνοτροπίας τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἡ ὁποία, ὅπως εἶναι γνωστό, ὑπογραμμίζει (α) τὴ φωτεινότητα τοῦ χώρου, καὶ (β) τὸ εὐρύχωρο στὴ λειτουργικὴ διαρρύθμιση τοῦ χώρου. Μὲ ἁπλὰ λόγια στόχος αὐτῆς τῆς ἀναγέννησης εἶναι ἡ συμμετοχὴ τῶν λαϊκῶν ποὺ θὰ πρέπει νὰ μετατραποῦν ἀπὸ ἁπλοὶ θεατὲς καὶ παθητικοὶ δέκτες τῶν τελουμένων σὲ ἐνεργητικοὶ συλλείτουργοι.
Ὅπως καὶ νἄχει, τὸ τέμπλο μικρὸ ἢ μεγάλο, ξύλινο ἢ μαρμαρινο, μὲ θαυμαστό, μεγαλοπρεπῆ διακοσμο ἢ μὲ ἁπλὸ διακοσμο τὸ τέμπλο συμβολίζει τὴν ἕνωση τοῦ Οὐρανοῦ μὲ τὴ γῆ, τὴν ἐπικοινωνία Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου. Κατεβαίνει ὁ Οὐρανός, ὁ Θεὸς στὴ γῆ κατὰ τὴν τελεσιουργία ἐνός μυστηρίου καὶ εὐλογεῖ καὶ ἁγιάζει τοὺς πιστούς . Τὸ τέμπλο δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ, ὅπως ἀναφέρθηκε καὶ πρίν, ὅτι διαχωρίζει τὸ Ἅγιο ἀπὸ τὸ μὴ Ἅγιο· σὲ καμμία περιπτωση δὲν γίνεται κάτι τέτοιο. Τὸ φράγμα κυριολεκτικὰ καὶ ἀνθρώπινα, ὑλικὰ χωρίζει τὸν ἀνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεό, νοητά, πνευματικὰ καὶ ψυχικὰ ὅμως τοὺς ἑνώνει. Μὲ τὰ γήινα μάτια φαίνεται ἡ ἀποκοπὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ πλήρης ἕνωση καθὼς στὸ τέμπλο σταματοῦν καὶ ἀνεβαίνουν οἱ προσευχὲς τῶν πιστῶν στὸν Οὐρανό, στὸν Θεό.

* Ἐργασία στὸ μάθημα τῆς Ἀρχαιολογίας Ε΄ ἑξαμήνου
Δημοσιεύτηκε στις 18/07/2012
Μαρίας Χατζηγκούμα
Τμῆμα Ποιμαντικῆς καὶ Κοινωνικῆς Θεολογίας ΑΠΘ

zogron

Tuesday, 10 November 2020

Τὸ πρόσφορο

Γιά τήν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, εἶναι ἀπαραίτητο τὸ πρόσφορο. Ἀπὸ τὸ πρόσφορο ὁ ἱερεὺς θὰ βγάλει, κατά τήν Προσκομιδή, τὸ μέρος ἐκεῖνο πού θὰ γίνει τὸ Τίμιο Σῶμα τοῦ Κυρίου, τὸν «Ἀμνό», ἀλλὰ καὶ τὶς μερίδες τῆς Θεοτόκου, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν δικῶν μας ὀνομάτων (ζώντων καὶ κεκοιμημένων), πού θὰ μνημονευθοῦν.
Γιά νά γίνει ὅμως τὸ πρόσφορὸ μας εὐπρόσδεκτο καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο, πρέπει νά ἔχουμε καθαρότητα ψυχῆς καὶ σώματος μὲ νηστεία, προσευχή καὶ ἐγκράτεια. Δέν μποροῦμε νά ζυμώνουμε πρόσφορα καί νά τά πηγαίνουμε νά λειτουργηθοῦν καί οἱ ἴδιοι νά μένουμε ἀμέτοχοι τοῦ Μυστηρίου, ἀνεξομολόγητοι καί ἀκοινώνητοι. Αὐτός πού ζυμώνει, ὀφείλει νά φροντίσει καὶ γιά τή δική του σωματικὴ καὶ ψυχικὴ προετοιμασία. Δηλαδὴ νά ἔχει χριστιανικό βίο.

Πρίν ἀρχίσει τό ζύμωμα νά προσεύχεται, ζητώντας ἀπό τόν Θεό νά εὐλογήσει τό ἔργο του (στό τέλος τοῦ κειμένου ἐπισυνάπτουμε ἕνα τύπο προσευχῆς γιά τόν ζυμωτή). Κατά τή διάρκεια ἐπίσης τοῦ ζυμώματος, ἀσκεῖ ἰδιαίτερα, τὴν προσευχή (λέγοντας τούς χαιρετισμοὺς στήν Παναγία ἢ παρακλήσεις, ἢ τὴν Εὐχὴ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι πολὺ σημαντικὸ νά συνοδεύουν τὴν παρασκευὴ τοῦ προσφόρου, πού πρόκειται νά χρησιμοποιηθεῖ γιά τὸν πιὸ ἱερὸ σκοπό, νά γίνει Σῶμα Χριστοῦ.

Ἰδιαίτερα ἐπίσης, πρέπει νά προσέξουμε τήν προετοιμασία τοῦ χώρου, στόν ὁποῖο θὰ παρασκευάσουμε τὸ πρόσφορο. Φροντίζουμε, δηλαδή, νά εἶναι πάντα καθαρός καί τακτοποιημένος. Ἀνάβουμε καντήλι ἢ κερὶ καὶ θυμιατὸ. Ἐπίσης, τὰ σκεύη πού θὰ χρησιμοποιήσουμε γιά τὸ σκοπὸ αὐτό, νά εἶναι καθαρὰ καὶ νά ἐξυπηρετοῦν μόνο τήν παρασκευή τοῦ προσφόρου καὶ καμιὰ ἄλλη οἰκιακὴ ἀνάγκη. Τὸ ἀλεύρι νά εἶναι ἀρίστης ποιότητος, εἰδικὰ ξεχωρισμένο γιά τά πρόσφορα.

Ἡ διαδικασία παρασκευῆς τοῦ προσφόρου

Ἀποβραδὺς κοσκινίζουμε τὸ ἀλεύρι, πού θὰ εἶναι ἀνάλογο μὲ τὸ μέγεθος τοῦ προσφόρου μας. Καλὸ εἶναι τὸ σκληρὸ (κίτρινο), ἢ 1/4 ἄσπρο καὶ 3/4 κίτρινο. Γιά ἕνα πρόσφορο χρειάζεται 700 γραμ. ἀλεύρι· (ἄν εἶναι λίγο μεγαλύτερο τό πρόσφορό μας, ἀκόμα καλύτερα. Ὁ ἱερέας θά βγάλει περισσότερο Ἀντίδωρο). Κατόπιν, ἀναπιάνουμε τὸ προζύμι: Ἔχουμε κρατημένο ἀπὸ προηγούμενο ζύμωμα λίγο προζύμι, τὸ ὁποῖο διατηροῦμε σὲ μέρος δροσερὸ ἢ στό ψυγεῖο, ὅταν ὁ καιρὸς εἶναι ζεστός. Ζεσταίνουμε λίγο νερό, τόσο ὅσο χρειάζεται γιά νά γίνει χλιαρό. Τὸ δοκιμάζουμε καὶ μὲ τὸ χέρι μας. Δέν πρέπει νά εἶναι καφτό, γιατὶ θὰ καεῖ τὸ προζύμι καὶ δέν θὰ γίνει. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ χλιαρὸ νερὸ λιώνουμε τελείως τὸ προζύμι νά γίνη χυλός.

Τέλος, προσθέτουμε ἀλεύρι, ἀπ’ αὐτὸ πού ἔχουμε κοσκινίσει γιά τὸ ζύμωμα, ὥστε νά γίνει μία ζύμη πολὺ-πολὺ μαλακή. Σταυρώνουμε μὲ τὸ χέρι μας τὸ προζύμι, τὸ σκεπάζουμε μὲ καθαρή πετσέτα καὶ μὲ κουβέρτα γιά νά μὴν κρυώσει, καὶ τὸ ἀφήνουμε σὲ χῶρο ζεστό, γιά νά γίνει . Τὴν ἄλλη μέρα, πρὶν ζυμώσουμε, θά ἀνάψουμε κανδήλι ἤ κερί καί θὰ θυμιάσουμε τὸ χῶρο μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ προσοχή.

Ἐνῶ δὲ τὰ χέρια θὰ δουλεύουν, τὸ στόμα καὶ ὁ νοῦς θὰ προσεύχονται, κατά δύναμη. Κατόπιν, ῥίχνουμε μέσα σὲ λεκάνη τὸ ἀλεύρι, ἀφοῦ κρατήσουμε προηγουμένως λίγο, γιά τὴν περίπτωση πού θὰ μᾶς χρειασθεῖ κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ζυμώματος. Στό κέντρο τοῦ ἀλευριοῦ κάνουμε μία μικρὴ γουβίτσα καὶ ῥίχνουμε μέσα τὸ προζύμι, τὸ ἀνάλογο ἁλάτι (ἕνα κουταλάκι τοῦ γλυκοῦ) καὶ λίγο νερὸ, μόλις χλιαρό.

Ἀρχίζουμε μετά νά ζυμώνουμε πρῶτα πολὺ καλὰ μὲ τὶς γροθιὲς μας, μὲ δύναμη καὶ γρήγορο ῥυθμὸ περίπου 20΄. Δοκιμάζουμε τή ζύμη μας κόβοντάς την μὲ ἕνα μαχαίρι. Ἂν ἔχει μέσα φουσκάλες, δηλ. ἀέρα, θεωρεῖται καλὰ ζυμωμένη. Οἱ φουσκάλες ὅμως αὐτὲς πρέπει νά φύγουν στή συνέχεια μὲ πολὺ καλὸ πλάσιμο, ἔτσι ὥστε, ὅταν κόψουμε, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο,μετὰ τὸ πλάσιμο, τή ζύμη νά μὴν ὑπάρχει μέσα της οὔτε ἡ παραμικρὴ φουσκάλα. Κι αὐτὸ γιατὶ, ἀργότερα, ὅταν τὸ πρόσφορο ζεσταθεῖ στό φοῦρνο, ὁ ἀέρας θὰ προσπαθήσει νά βγεῖ ἐπάνω καὶ θὰ χαλάσει τή σφραγίδα.

 Ἡ ζύμη πρέπει νά εἶναι σκληρή: νά μπαίνη μέσα τὸ δάχτυλο καὶ νά μὴν κολάει. Ἂν γίνει μαλακή, προσθέτουμε λίγο ἀλεύρι, ἀπὸ αὐτὸ πού κρατήσαμε. Ἂν γίνει ὑπερβολικὰ σκληρή, βρέχουμε τὰ χέρια μας σὲ χλιαρὸ νερὸ καὶ ξαναζυμώνουμε, ὥσπου νά πετύχουμε τὸ ποθούμενο ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ, νά γίνει λεία σὰν μάρμαρο.

Τὸ πλάσιμο

Πλάθουμε τὴν ζύμη πολὺ καλὰ σὲ καθαρή καὶ λεία ἐπιφάνεια, καὶ μὲ δύναμη τὴν τρίβουμε, ὥστε νά πέσει καὶ νά μὴν μείνει μέσα της ἀέρας . Ἔτσι τὴν ἀναμοχλεύουμε διαρκῶς καὶ, κυλώντας την καὶ τρίβοντάς την, μέχρι νά γίνει λεία σὰν μάρμαρο. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νά γίνουν σὲ 10΄. Ὅταν τελειώσει τὸ πλάσιμο, χαράζουμε τὸ ζυμάρι μὲ ἕνα μαχαίρι σταυροειδῶς. Ἀπὸ τὸ κέντρο τοῦ σταυροῦ πού σχηματίστηκε, κρατᾶμε ἕνα μικρὸ κομμάτι, πού θὰ τὸ χρησιμοποιήσουμε ὡς προζύμι στό ἑπόμενο ζύμωμα.

Μετὰ ξαναδουλεύουμε τή ζύμη παρὰ πολὺ καλά, στρογγυλεύοντάς την σὰν μπάλα καὶ τὴν γυρίζουμε ἀπὸ τὴν ὄψη. Κατόπιν, παίρνουμε ἕνα ταψάκι διαμέτρου 18-20 ἑκ. τὸ ζεσταίνουμε καὶ τὸ ἀλείφουμε μὲ καθαρὸ κερὶ στόν πάτο καὶ στήν γύρω ὄρθια ἐπιφάνεια. Τὰ κάνουμε αὐτά, γιά νά μὴν κολάει μετὰ τὸ πρόσφορο. Τό κερί μπορεῖ νά παραμείνει καί γιά τό ἑπόμενο πρόσφορο (περίπου τρεῖς φορές μπορεῖ, ἄν τό ταψί εἶναι καλά κερωμένο καί δέν πλυθεῖ, νά δητηρήσει τήν ἀντικολλητική του δυνατότητα.

Δέν χρησιμοποιοῦμε ποτέ λάδι, βούτυρο κτλ. στή βάση τοῦ ταψιοῦ, γιατί αὐτό καίγεται καί μυρίζει τό πρόσφορο.

Τὸ σφράγισμα

Τοποθετοῦμε στό κέντρο τοῦ ταψιοῦ τὸ πρόσφορο, μὲ τὴ στιλπνὴ ἐπιφάνεια πρὸς τὰ πάνω. Παίρνουμε τή σφραγῖδα, σταυρώνουμε μὲ αὐτή τὸ πρόσφορο, καὶ μετὰ τήν πατᾶμε μὲ δύναμη, νά μπεῖ πολύ βαθιὰ μέσα στό ζυμάρι. Τήν τραβοῦμε πρὸς τὰ πάνω μὲ προσοχὴ καὶ ἂν τυχὸν μείνουν ζυμαράκια πάνω της, τὰ καθαρίζουμε μὲ ἐπιμέλεια. Γιατί ἄν αὐτά παραμείνουν θά ξεραθοῦν καί τὸ ἑπόμενο πρόσφορο πού θὰ ζυμωθεῖ μετά ἀπό μέρες, δέν θὰ σφραγισθεῖ καλά.

Σὲ περίπτωση πού ζυμωθοῦν δύο πρόσφορα, μέχρι νά πλάσουμε τὸ δεύτερο, ἐκεῖνο πού ἔχει πλασθεῖ πρῶτο πρέπει νά μείνει σκεπασμένο μὲ πετσέτα καὶ νάϋλον ἀπὸ πάνω, γιά νά μὴν πιάσει τὸ ζυμάρι κρούστα. Τὸ ἴδιο καὶ στό σφράγισμα, μέχρι νά σφραγισθεῖ καὶ τὸ δεύτερο πρόσφορο, τὸ πρῶτο πού ἔχει ἤδη σφραγισθεῖ μένει σκεπασμένο.

Τὸ φούσκωμα

Ἀφοῦ, λοιπόν, σφραγίσουμε τὸ πρόσφορο, σκεπάζουμε τὸ ταψάκι μὲ μία μεγαλύτερη καί βαθιά λεκάνη, καὶ ἀπὸ πάνω τοποθετοῦμε μία καθαρή πετσέτα καὶ μία ζεστή κουβέρτα. Τό ἀφήνουμε μετά νά γίνει 1 ½ ὥρα ἢ καὶ περισσότερο, ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχή καὶ.τή θερμοκρασία πού ἔχει ὁ χῶρος. Καταλαβαίνουμε δέ, ὅτι ἔγινε, ἄν, πατώντας το μὲ τὸ δάχτυλο, σχηματίζεται στὸ ζυμάρι μία βούλα, καὶ ἀμέσως, σὰν ἐλαστικό, τὸ ζυμάρι ἐπανέρχεται στή θέση του ἢ μόλις τὸ πρόσφορο πάει νά σκάσει. Ἐπίσης θεωρεῖται γινομένο ὅταν ἔχει διπλασιασθεῖ περίπου ὁ ὄγκος του. (Χρειάζεται προσοχὴ γιά νά μὴν παραγίνη ἡ ζύμη καί ξυνίσει).

Τρυπᾶμε στή συνέχεια μετά τὸ πρόσφορο μὲ ἕνα μακρύ καί λεπτό ξυλάκι, φροντίζοντας αὐτό νά φθάσει βαθιὰ μέχρι τὸ ταψί, ὥστε νά μπορεῖ νά βγαίνει ὅλος ὁ ἀέρας. Προσοχὴ νά μὴν τρυπήσουμε κοντὰ στόν Ἀμνό, ἀλλὰ ἔξω, γύρω ἀπό τή σφραγίδα, στίς ἄκρες τοῦ σταυροῦ.

Τὸ ψήσιμο

Ἔχουμε νωρίτερα ἀνάψει τὸ φοῦρνο στούς 250° (ἀνάλογα, βέβαια, μὲ τὸν φοῦρνο), ὥστε νά εἶναι ἤδη καυτὸς στήν κανονικὴ του θερμοκρασία, καὶ βάζουμε μέσα τὸ πρόσφορο καὶ τὸ ἀφήνουμε σ’ αὐτὴ τή θερμοκρασία 15΄- 20΄ (μπορεῖ ἕως καὶ 35΄, θά τό παρακολουθοῦμε) νά ῥοδίσει πολὺ ἐλαφρά. Τὸ σκεπάζουμε μὲ χαρτοπετσέτα ἢ ἀλουμινόχαρτο, ἄν χρειασθεῖ, κατεβάζουμε τὸ φοῦρνο στούς 200° ἢ καὶ στοὺς 1800, γιά 40΄ ἢ καὶ 45΄ καὶ τὸ παρακολουθοῦμε.

 Ἀφοῦ περάσει περίπου 1 ½ ὥρα, ἀπὸ τή στιγμή πού βάλαμε τὸ πρόσφορο μέσα, κλείνουμε τὸ φοῦρνο καὶ βγάζουμε τὸ πρόσφορο, τὸ τοποθετοῦμε σὲ καθαρή πετσέτα καὶ τὸ σκεπάζουμε μὲ κουβέρτα, ἕως ὅτου κρυώσει καλὰ (χρειάζεται πολλὲς ὧρες γιά νά κρυώσει καλά). Γιά νά ψηθεῖ καλά τὸ πρόσφορο χρειάζεται συνολικά περίπου 1 ½ ὥρα. Εἴμαστε σίγουροι ὅτι τό πρόσφορό μας ἔχει ψηθεῖ καλά, ἄν δέν εἶναι βαρύ καί, ἄν κτυπώντας το ἀπό κάτω, ἀκούγεται σάν νά εἶναι μέσα κούφιο.

 Τό πρόσφορο πρέπει νά εἶναι ζυμωμένο τουλάχιστον 24 ὧρες πρίν ἀπό τήν Προσκομιδή, γιατί ἄν εἶναι πολύ μαλακό, ὁ ἱερεύς δυσκολεύεται κατά τή μνημόνευση νά βγάλει τίς μερίδες

Πῶς φτιάχνεται τὸ προζύμι

Συνήθως, ἀφοῦ ζυμώσουμε, κρατοῦμε προζύμι γιά τὴν ἑπομένη φορά. Μποροῦμε νά φτιάξουμε κι ἐμεῖς προζύμι γρήγορα καὶ εὔκολα. Σὲ χλιαρὸ νερὸ «ἴσα–ἴσα νά δέχεται τὸ χέρι» (περίπου 35ο) ῥίχνουμε «μιὰ χεριὰ» κοσκινισμένο ἀλεύρι. Τὸ ἀνακατεύουμε ἐλαφρά, ὥστε νά γίνει παχύρρευστη μᾶζα. Τὸ ἀφήνουμε ἕνα μερόνυχτο (σέ ζεστό μέρος καί καλά σκεπασμένο) γιά «νὰ γίνει», δηλαδὴ νά ἐνεργοποιηθοῦν οἱ μύκητες. Ὅταν τὸ προζύμι εἶναι ἕτοιμο, τὸ «ἀναπιάνουμε» γιά ζύμωμα.

Τὸ προζύμι συνήθως γίνεται μετά τήν ἑορτή τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ (14 Σεπτεμβρίου) ἤ μετά τήν Κυριακή τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Κι αὐτό γιατί, μέ τό βασιλικό ἤ τά σταυρολούλουδα, σταυρώνουμε πρῶτο τό νερό (αὐτό πού θά δεχθεῖ τό ἀλεύρι γιά νά γίνει προζύμι), προσευχόμενοι καί ψάλλοντας τά τροπάρια τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Σέ ἄλλα μέρη, πάλι, συνηθίζεται νά εὐλογεῖται τό πρόπλασμα τοῦ προζυμιοῦ ( τό νερό καί τό ἀλεύρι) στόν Ἱερό Ναό, κατά τήν Ἀγρυπνία τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἤ μέ τήν εὐλογία τῶν Ἁγίων Λειψάνων.

 Αὐτό πού ἔχει σημασία δέν εἶναι ὁ χρόνος ἤ ὁ τόπος, ἀλλά ἡ εὐλογία τῶν ὑλικῶν. Καί γι’αὐτό ἐνδείκνυται νά ἐρωτᾶται πάντα γι’αὐτό ὁ Πνευματικός ἤ ὁ ἱερέας τῆς Ἐνορίας μας.

Πῶς γίνεται τὸ Ἀνάπιασμα

Βγάζουμε ἀπ’ τὸ ψυγεῖο τὸ προζύμι, τὸ ἀφήνουμε λίγη ὥρα νά ξεπαγώσει. Ἐτοιμάζουμε χλιαρὸ νερὸ «νὰ δέχεται τὸ χέρι» καὶ διαλύουμε τὸ προζύμι. Προσθέτουμε ἀλεύρι ἀνακατεύοντας μέχρι ἡ ζύμη νά γίνει πηκτὸς χυλός. Τὸ σκεπάζουμε μὲ καθαρή πετσέτα καὶ τὸ ἀφήνουμε περίπου 6 ὧρες «νὰ ἀναπαυτεῖ».

Τί χρειαζόμαστε γιά τὸ Πρόσφορο

  1. Μία καλή ξυλογλύπτη σφραγίδα (ἄν ἡ σφραγίδα εἶναι καινούργια, μία ἑβδομάδα πρὶν τὸ ζύμωμα, ζεσταίνουμε σὲ μπρίκι ἐλαιόλαδο. Ἀλείφουμε τή σφραγίδα καὶ τὴν τυλίγουμε μὲ μία πετσέτα. Τὴν ἀφήνουμε μία ἑβδομάδα νά πιεῖ τὸ λάδι. Ἔτσι δέν ἔχει φόβο νά σκάσει τὸ ξύλο. Δέν τὴν πλένουμε ποτέ. (Προσοχή: Κυκλοφοροῦν στό ἐμπόριο σφραγῖδες μέ βλάσφημο ἐγχάρακτο μήνυμα. Προμηθεύεσθε πάντοτε ἐκκλησιαστικά εἴδη ἀπό φερέγγυες πηγές).
  2. Ἕνα. ταψάκι βαθὺ μὲ διάμετρο 18 ἢ 20 ἑκ.
  3. Ἕνα κόσκινο γιά τὸ ἀλεύρι .
  4. Μία λεκάνη γιά τό ζύμωμα.
  5. Μία λεκανίτσα γιά τό ἀνάπιασμα τοῦ προζυμιοῦ.
  6. Μία καθαρή, εἰ δυνατόν ἀχρησιμοποίητη, μεγάλη λινή πετσέτα.
  7. Μία καθαρή, εἰ δυνατόν ἀχρησιμοποίητη, κουβέρτα.
  8. Ἕνα.πύλινο ἤ ἀνοξείδωτο μικρό δοχεῖο γιά νά φυλάξουμε τό προζύμι.
  9. Καθαρό κερί γιά τό ταψί.

Στήν Ἁγία Προσκομιδή ὁ ἱερέας εὔχεται:

“Ὁ Θεός, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον, τὴν τροφὴν τοῦ παντὸς κόσμου, τὸν Κύριον ἡμῶν καὶ Θεὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐξαποστείλας σωτῆρα καὶ λυτρωτὴν καὶ εὐεργέτην, εὐλογοῦντα καὶ ἁγιάζοντα ἡμᾶς· αὐτὸς εὐλόγησον τὴν πρόθεσιν ταύτην καὶ πρόσδεξαι αὐτὴν εἰς τὸ ὑπερουράνιόν σου θυσιαστήριον· μνημόνευσον, ὡς ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, τῶν προσενεγκόντων καὶ δι᾿ οὓς προσήγαγον καὶ ἡμᾶς ἀκατακρίτους διαφύλαξον ἐν τῇ ἱερουργίᾳ τῶν θείων σου μυστηρίων. Ὅτι ἡγίασται καὶ δεδόξασται τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.”

Εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀμοιβή γιά τό μικρό αὐτό ἔργο μας. Ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα πλούσια καί δεδομένη σέ κάθε προσφορά μας.

Καλή Διακονία

Sunday, 9 August 2020

Το Αντίδωρο

Όλοι γνωρίζουμε ότι το αντίδωρο είναι ένα μικρό κομμάτι από το πρόσφορο που δίδεται από τους ιερείς στους πιστούς μετά την Θεία Λειτουργία. Τι ακριβώς συμβολίζει όμως;


Το αντίδωρο είναι μικρό κομμάτι από την προσφορά που ύψωσε ο λειτουργός ιερέας στην αγία Πρόθεση, από την οποία βγήκε ο «αμνός», που μεταφέρεται στην αγία Τράπεζα για να μεταβληθεί σε Σώμα Χριστού. Βγαίνει από τα πρόσφορα που προσεκόμισαν και προσέφεραν οι πιστοί, προκειμένου να τελεσθεί η Θεία Λειτουργία, γι’ αυτό και ονομασία πρόσφορο, από το ρήμα προσφέρω. Πρώτα εξάγεται ο αμνός που συμβολίζει το σώμα του Ιησού Χριστού. Δεύτερον εξάγεται η τριγωνική μερίδα της Θεοτόκου. Τρίτον εξάγονται οι μερίδες των εννέα ταγμάτων, δηλαδή πάντων και πασών των αγίων της Εκκλησίας. Τέταρτον εξάγεται η μερίδα υπέρ του οικείου επισκόπου και πέμπτον εξάγονται οι μερίδες των ζώντων και κεκοιμημένων, της θριαμβεύουσας και της στρατευμένης Εκκλησίας (πρόκειται για μαργαρίτες, μικρά δηλ. ψίχουλα). Τα υπόλοιπα των προσφόρων που προσκομίζονται στην Πρόθεση είναι αυτά που ονομάζουμε Αντίδωρα.
Το μοιράζει ο ιερέας στο τέλος της Θ. Λειτουργίας σε όσους δεν κοινώνησαν. Δηλαδή αντί του Δώρου (Θεία Κοινωνία) που έλαβαν όσοι εκοινώνησαν, οι μη κοινωνήσαντες λαμβάνουν το «αντίδωρο».
Το μέγεθος των Αντιδώρων κατά τη Θεία Λειτουργία δεν μπορεί να είναι ιδιαίτερα μεγάλο, αλλά τέτοιο που να επαρκεί ώστε να διανέμεται σε όσους δεν μετέλαβαν των αχράντων Μυστηρίων. Η Εκκλησία ορίζει ο πιστός να λαμβάνει κάθε φορά Δώρο, δηλ. το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Η ίδια δεν επιθυμεί όμως και εκείνοι που δεν είναι προετοιμασμένοι για τη μετοχή του Δώρου, να φεύγουν απ’ αυτήν χωρίς να λαμβάνουν κάτι. Είναι το Αντίδωρον μια πράξη αγάπης και φιλανθρωπίας για όλους εκείνους του αναξίους της μετοχής. Και μπορεί το Αντίδωρο να μην είναι το ίδιο Σώμα του Χριστού, όμως είναι άρτος «ηγιασμένος» γιατί σφραγίστηκε ολόκληρος με τη λόγχη και δέχθηκε από το λειτουργούντα και προσκομίζοντα Ιερέα τα άγια λόγια.

Το Αντίδωρο τρώγεται εκείνη την ώρα που λαμβάνεται από τον ιερέα και ο πιστός καλείται να είναι νηστικός. Λαμβάνοντας μόνος του κανείς το Αντίδωρο στερείται της ευκαιρίας να λάβει την ευλογία του Λειτουργούντος Ιερέως.
Επειδή το πρόσφορο θεωρείται το σώμα της Παναγίας, για αυτό το σχήμα του προσφόρου είναι στρογγυλό, ομοιάζοντας με την κοιλιά της Παναγίας απ’ την οποία εξάγεται ο Χριστός, ομοίως και το Αντίδωρο συμβολίζει το σώμα της Αειπαρθένου Παναγίας.
Ο ιερέας όταν μοιράζει το Αντίδωρο στους πιστούς λέει την ευχή: «Ευλογία Κυρίου και έλεος έλθοι επί σε», σε κάθε χριστιανό που προσέρχεται. Και με την ευχή αυτή προσφέρει μία ακόμη ευλογία, στις άλλες δύο που είναι αυτό τούτο το Αντίδωρο και ο ασπασμός του χεριού του.
Δεν έχει σημασία να κρατήσεις αρκετά αντίδωρα, για να τρως ένα κάθε πρωί, θεωρώντας ότι έτσι μεταλαμβάνεις κάθε ημέρα. Το Αντίδωρον είναι αντί της μετοχής των αχράντων Μυστηρίων στη συγκεκριμένη μέρα, χρόνο και τόπο τελέσεως της Θείας Ευχαριστίας. Μαζί με τον εκκλησιασμό έρχεται ή το Δώρο, ή το Αντίδωρον.

dogma.gr

Saturday, 25 April 2020

Εὐχολόγιον

Το Ευχολόγιον είναι ένα λειτουργικό βιβλίο της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που περιλαμβάνει τις ακολουθίες της Βαπτίσεως, τού Γάμου, δηλ. είναι συλλογή των χριστιανικών ευχολογικών κειμένων, που αναγιγνώσκονται ή ψάλλονται σε όλες τις ιερές ακολουθίες, των διαφόρων εορτών, θρησκευτικών τελετών κ.λπ.

 Γενικά
Το Μεγάλο Ευχολόγιον αποτελεί ένα από τα κυριότερα βιβλία της λειτουργικής της Εκκλησίας, που περιέχει την ακολουθούμενη διάταξη αναφοράς ευχών:
  • της ακολουθίας του Εσπερινού, του Όρθρου, τη διάταξη της Θείας Λειτουργίας
  • τις Θείες Λειτουργίες τού Ιωάννου τού Χρυσοστόμου, τού Βασιλείου τού Μεγάλου, των Προηγιασμένων
  • του μεγάλου και μικρού Αγιασμού
  • τις ακολουθίες άλλων μυστηρίων, όπως Βάπτισης, Γάμου, Ευχελαίου, Τρισαγίου, χειροθεσίας, κουράς μοναχού, μετάδοσης οφφικίων, καθιερώσεως ναού, εξοδίου ακολουθίας
  • καθώς και πολλές άλλες που αφορούν διάφορες περιστάσεις, όπως ευχές εις ασθενείς, ψυχορραγούντας, κά.

Είδη Ευχολογίων

Το Ευχολόγιον διακρίνεται επιμέρους στο «Μεγάλο Ευχολόγιον» και στο «Μικρό Ευχολόγιον». Στο μεν Μεγάλο περιλαμβάνονται όλα τα προηγούμενα, στο δε Μικρό Ευχολόγιον περιέχονται τα απολύτως χρήσιμα καθ' ημέρα για τον λειτουργό της Εκκλησίας, εξ ου και λέγεται επίσης και "Αγιασματάριον".
Επίσης μια ιδιαίτερη διάκριση είναι το λεγόμενο Αρχιερατικόν, το οποίο περιλαμβάνει πρόσθετες (ιδαίτερες) ευχές, που αναγιγνώσκονται μόνο από αρχιερείς κατά την παρουσία και συμμετοχή τους, σε πάσης φύσεως ιερουργίες (ακολουθίες, αγιασμούς, και διάφορες αρχιερατικές τελετές).

Ιστορία

Το αρχαιότερο σωζώμενο Ευχολόγιο τού Βυζαντινού λειτουργικού τύπου είναι ο Βαρβερινός κώδικας 336 του τέλους του 8ου αιώνα. Οι συλλογές αυτές περιέχουν υλικό διαφόρων εποχών, από τον 4ο αιώνα μέχρι την εποχή της σύνταξής τους και διαφόρων συγγραφέων. Από το Ευχολόγιο προήλθαν πιο εύχρηστες συλλογές ευχών και ακολουθιών, χωρίς να αποκλείεται και η αντίστροφη πορεία, ότι δηλαδή από τις μικρές συλλογές προήλθε η μεγάλη.

Πηγές


Διονύσιος Ανατολικιώτης:  Εὐχολόγιον εἶναι τὸ βιβλίο ποὺ περιλαμβάνει τὸ σύνολο σχεδὸν τῶν μυστηρίων, ἱεροτελεστιῶν καὶ ἱεροπραξιῶν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας.  Εἶναι ἀπὸ τὰ βασικώτερα χριστιανικὰ βιβλία (ὅπως καὶ τὸ ῾Ωρολόγιον τὸ μέγα) καὶ πιθανώτατα τὸ δεύτερο ἢ τρίτο σὲ ἀρχαιότητα λειτουργικὸ βιβλίο τῆς ᾿Εκκλησίας.  Λόγῳ τῆς σπουδαιότητός του τὸ Εὐ­χολόγιον σῴζεται σὲ ἕναν μεγάλο ἀριθμὸ χειρογράφων, τὰ ὁποῖα διαθέ­τουν ποικιλία περιεχομένων, καὶ ἔχουν ἄλλοτε εἰδικὸ καὶ ἄλλοτε γενικὸ περιεχόμενο. Ἔτσι ὑπάρχουν χειρόγραφα ποὺ περιέχουν μόνον μία ἢ δύο λειτουργίες, ἄλλα μὲ λίγες ἀκόμη ἀκολουθίες, ἄλλα μὲ πληθώρα τελε­τῶν καὶ εὐχῶν κ.λπ..
᾿Απὸ τὸ ἔτος 1526, ἄρχισαν νὰ ἐμφανίζωνται ἀλλεπάλληλες ἔντυ­πες ἐκδόσεις εὐχολογίων, οἱ ὁποῖες γίνονταν ἀνάρπαστες.  Σιγὰ σιγὰ καθιερώθηκαν δύο βασικοὶ τύποι τοῦ ἐντύπου βιβλίου, τὸ Εὐχολόγιον τὸ μέγα καὶ τὸ ῾ΑγιασματάριονΜικρὸν Εὐχολόγιον.  Τὸ Μέγα Εὐχολό­γιον στὴν καθιερωμένη ἀπὸ αἰώνων σύνθεσί του περιέχει τὶς ἱεροτελε­στίες τῶν ἑπτὰ μυστηρίων, τὶς τάξεις τῶν διαφόρων χειροτονιῶν καὶ χει­ροθεσιῶν, τὴν ἀκολουθία τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ, τὶς ὑπόλοιπες ἱερο­πραξίες καὶ εὐχὲς ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ ᾿Εκκλησία σὲ διάφορες ἀνάγκες καὶ περιστάσεις, καθὼς καὶ τὰ ἀποστολοευαγγέλια τῶν ἐπισημοτέρων ἑορτῶν.

Sunday, 29 March 2020

Απολυτίκια

Ονομάζονται τα σύντομα εκείνα τροπάρια, που περιέχουν σε περίληψη την υπόθεση (ιστορία) της τελούμενης εορτής. 
Η ονομασία οφείλεται κατά τους μεν στο ότι αυτά ψάλλονται κανονικά πριν την Απόλυση τού Εσπερινού, κατ΄ άλλους στο ότι ψάλλονται μετά την ωδή του Συμεών τού Θεοδόχου «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα κλπ.».
Απολυτίκιο είναι το "Χριστός Ανέστη...".
Στον Εσπερινό είναι συνήθως τρία: 
του Ήχου της ημέρας και αναφέρεται στην Ανάσταση, 
του Αγίου της ημέρας 
και της Θεοτόκου. 
Εκτός όμως από αυτά των Εσπερινών, απολυτίκια ψάλλονται στον Όρθρο: στην αρχή και μετά τη Δοξολογία κατά την απόλυση (εκτός των Κυριακών). 
Επίσης στη Θ. Λειτουργία: Μετά το Εισοδικόν και κατά την απόλυση των δεσποτικών εορτών, αντί του «Είδομεν το φως το αληθινόν ...» .

Ποια απολυτίκια ψάλλονται σε κάθε περίπτωση ορίζει το τυπικό της Εκκλησίας.

Friday, 27 March 2020

Καντήλι

Η λέξη καντήλι από την αρχαία ελληνική κανδήλη. Στη χριστιανική Εκκλησία το Καντήλι τοποθετείται μπροστά στις άγιες εικόνες. 
Αυτό που τοποθετείται μπροστά στον Εσταυρωμένο, μέσα στο Ιερό Βήμα, διατηρείται πάντοτε αναμμένο και γι' αυτό λέγεται «ακοίμητο» Καντήλι.
Ένα Καντήλι τοποθετείται επίσης στο εικονοστάσι του σπιτιού και ανάβεται κάθε μέρα, σύμφωνα με την ορθόδοξο παράδοση.

Μια συνήθεια που διατηρεί τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της με το Φως του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, που θερμαίνει την ελπίδα και που παρηγορεί και συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.

Το άναμμα του καντηλιού ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του. 
Συμβολίζει επίσης, το φως του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.

Το λάδι που καίει στα καντήλια μας, “τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον” γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.
Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικός, αγιοπνευματικός φωτισμός. 
..............
Το λάδι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. 
Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φως τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα 
για να μας θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,
για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,για να μας θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φως και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,
για να μας θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,
για να μας θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,
για να μας θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί για την αγάπη προς το Θεό...
Εννοείται, βέβαια, ότι το λάδι των καντηλιών πρέπει να είναι ελαιόλαδο και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητος. 
Άλλωστε ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών και ο ναός με τα κανδήλια μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και Ελέους Θεϊκού. Το λάδι τους μας θυμίζει την ευσπλαχνία του Θεού και το φως τους στη ζωή μας, που πρέπει να είναι φωτεινή και άγια.
Η φωτοχυσία του ναού συμβολίζει το θείο φως της παρουσίας του Θεού που φωτίζει τις καρδιές όχι μόνο των νεοφώτιστων αλλά και όλων των χριστιανών. 
Ο Κύριος φανέρωσε αυτή τη μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό Του με τα ακόλουθα λόγια: "Εγώ ειμί το φως του κόσμου" (Ιωάν.8/η: 12). Είναι φως όχι μόνο λόγω της φωτεινής διδασκαλίας Του, αλλά κυρίως λόγω της φωτεινής παρουσίας Του. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τη θαυμαστή Μεταμόρφωσή Του, όπου "έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως" (Ματθ.17/ιζ: 2).
................
περισσότερα εδώ

Θυμιατό

Τα θυμιατά που χρησιμοποιούμε στους Ιερούς Ναούς είναι κινητά μεταλλικά σκεύη που στο κάτω μέρος δέχονται τα αναμμένα κάρβουνα ή καρβουνόσκονη. 
Εξαρτώνται από τέσσερις αλυσίδες με δώδεκα κουδουνάκια. 
Συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές και τους δώδεκα Αποστόλους αντίστοιχα. 
Η βάση του θυμιατού συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού μέσα στα σπλάχνα της Παναγίας Μητέρας Του. 
Τα αναμμένα κάρβουνα συμβολίζουν το πυρ της θεότητας. Είναι η βάτος η φλεγόμενη αλλά μη κατακαιομένη. 
Η φωτιά συμβολίζει και τη Θεία Αγάπη που ως φωτιά καίει την καρδιά του κάθε πιστού.

 Ι.N. Παναγίας Αλεξιωτίσσης Πατρών