Tuesday, 19 July 2016

Εξάψαλμος

Ο Εξάψαλμος αποτελείται από έξι Ψαλμούς της Παλαιάς Διαθήκης.  Αναγινώσκεται στην αρχή του Όρθρου.

Ο Εξάψαλμος αποτελείται από από τους εξής ψαλμούς:

3ος: Εικονίζει την σταθερή ελπίδα της ψυχής στο Θεό.
37ος: Θρήνος της ψυχής για το βάρος των αμαρτιών.
62ος: Απαλή παρηγορητική πρωϊνή προσευχή.
87ος: Δέηση ψυχής τσακισμένης από τις συμφορές.
102ος: Προσευχή ευγνωμοσύνης για τις ευεργεσίες του Θεού.
142ος: Θερμή παράκληση βοήθειας.


Ο Εξάψαλμος είναι η κατανυκτική ανάγνωση (όλοι όρθιοι) των 6 παραπάνω από τους 150 ψαλμούς , τους περισσότερους από αυτούς τους έγραψε ο Δαβίδ. Είναι συγχρόνως ύμνος, δέηση, προφητεία. 

Ψαλμὸς (3) (γ') τῷ Δαυῒδ, ὁπότε ἀπεδίδρασκεν ἀπὸ προσώπου Ἀβεσσαλὼμ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ.
Κύριε, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ' ἐμέ·
πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. (διάψαλμα). 
σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. 
φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. (διάψαλμα). 
ἐγὼ δὲ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. 
οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. 
ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. 
τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.
Μετάφραση (3) 
Κύριε, εις πόσον αμέτρητον πλήθος έχουν αυξηθή οι εχθροί, που με καταθλίβουν! Πολλοί έχουν εξεγερθή και επαναστατήσει εναντίον μου. 
Πολλοί είναι εκείνοι, που επιβουλεύονται την ζωήν μου και λέγουν· “Δεν υπάρχει πλέον δι' αυτόν καμμία σωτηρία εκ μέρους του Θεού του”.
Συ όμως, Κυριε, είσαι ο βοηθός και ο προστάτης μου. Συ είσαι η ζωή και η δόξα μου, που θα με δοξάσης πάλιν και θα σηκώσης υψηλά το κεφάλι μου, ενώ τώρα το κρατώ σκυμμένο από την εντροπήν.
Κατά το παρελθόν πολλές φορές, με φωνήν ισχυράν εφώναξα προς τον Κυριον και εζήτησα την βοήθειάν του, και εκείνος με ήκουσεν από το όρος Σιών, από το άγιον αυτού κατοικητήριον (διάψαλμα).
Δια τούτο και τώρα, βέβαιος ότι ο Κυριος θα εισακούση την προσευχήν μου, εκοιμήθην, έπεσα εις ήρεμον και αναπαυτικόν ύπνον. Εσηκώθηκα από τον ύπνον ειρηνικός και αισιόδοξος, διότι ο Κυριος θα με βοηθήση ασφαλώς και θα με προστατεύση.
Δεν θα φοβηθώ από αναρίθμητα πλήθη εχθρικού λαού, που με έχουν περικυκλώσει από όλα τα σημεία και επιτίθενται όλοι μαζή εναντίον μου.
Σηκω επάνω, Κυριε, σώσε με από τους εχθρούς μου, συ ο Θεός μου. Διότι είμαι βέβαιος πλέον ότι έχεις συντρίψει όλους αυτούς, που με εχθρεύονται χωρίς λόγον και αιτίαν. Θεωρώ ως τετελεσμένον γεγονός, ότι συνέτριψες τα δόντια των αμαρτωλών, που ωσάν άγρια θηρία έρχονται να με κατασπαράξουν.
Από σε λοιπόν τον Κυριον περιμένω την σωτηρίαν μου, η δε ευλογία σου θα σταλή επάνω στον λαόν, που είναι ιδικός σου. 

Ψαλμὸς (37) (λζ') τῷ Δαυῒδ · εἰς ἀνάμνησιν περὶ σαββάτου.

Κύριε, μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς με, μηδὲ τῇ ὀργῇ σου παιδεύσῃς με.
ὅτι τὰ βέλη σου ἐνεπάγησάν μοι, καὶ ἐπεστήριξας ἐπ' ἐμὲ τὴν χεῖρά σου· 
οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου ἀπὸ προσώπου τῆς ὀργῆς σου, οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου. 
ὅτι αἱ ἀνομίαι μου ὑπερῆραν τὴν κεφαλήν μου, ὡσεὶ φορτίον βαρὺ ἐβαρύνθησαν ἐπ' ἐμέ. 
προσώζεσαν καὶ ἐσάπησαν οἱ μώλωπές μου ἀπὸ προσώπου τῆς ἀφροσύνης μου· 
ἐταλαιπώρησα καὶ κατεκάμφθην ἕως τέλους, ὅλην τὴν ἡμέραν σκυθρωπάζων ἐπορευόμην. 
ὅτι αἱ ψόαι μου ἐπλήσθησαν ἐμπαιγμάτων, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τῇ σαρκί μου· 
ἐκακώθην καὶ ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα, ὠρυόμην ἀπὸ στεναγμοῦ τῆς καρδίας μου. 
Κύριε, ἐναντίον σου πᾶσα ἡ ἐπιθυμία μου, καὶ ὁ στεναγμός μου ἀπὸ σοῦ οὐκ ἀπεκρύβη. 
ἡ καρδία μου ἐταράχθη, ἐγκατέλιπέ με ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καὶ αὐτὸ οὐκ ἔστι μετ' ἐμοῦ. 
οἱ φίλοι μου καὶ οἱ πλησίον μου ἐξ ἐναντίας μου ἤγγισαν καὶ ἔστησαν, καὶ οἱ ἔγγιστά μου ἀπὸ μακρόθεν ἔστησαν· 
καὶ ἐξεβιάζοντο οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχήν μου, καὶ οἱ ζητοῦντες τὰ κακά μοι ἐλάλησαν ματαιότητας, καὶ δολιότητας ὅλην τὴν ἡμέραν ἐμελέτησαν. 
ἐγὼ δὲ ὡσεὶ κωφὸς οὐκ ἤκουον καὶ ὡσεὶ ἄλαλος οὐκ ἀνοίγων τὸ στόμα αὐτοῦ· 
καὶ ἐγενόμην ὡσεὶ ἄνθρωπος οὐκ ἀκούων καὶ οὐκ ἔχων ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ ἐλεγμούς. 
ὅτι ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα· σὺ εἰσακούσῃ, Κύριε ὁ Θεός μου. 
ὅτι εἶπα· μήποτε ἐπιχαρῶσί μοι οἱ ἐχθροί μου· καὶ ἐν τῷ σαλευθῆναι πόδας μου ἐπ' ἐμὲ ἐμεγαλορρημόνησαν. 
ὅτι ἐγὼ εἰς μάστιγας ἕτοιμος, καὶ ἡ ἀλγηδών μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός. 
ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ ἀναγγελῶ καὶ μεριμνήσω ὑπὲρ τῆς ἁμαρτίας μου. 
οἱ δὲ ἐχθροί μου ζῶσι καὶ κεκραταίωνται ὑπὲρ ἐμέ, καὶ ἐπληθύνθησαν οἱ μισοῦντές με ἀδίκως· 
οἱ ἀνταποδιδόντες μοι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν ἐνδιέβαλλόν με, ἐπεὶ κατεδίωκον δικαιοσύνην, [καὶ ἀπέρριψάν με τὸν ἀγαπητὸν ὡσεὶ νεκρὸν ἐβδελυγμένον.] 
μὴ ἐγκαταλίπῃς με, Κύριε· ὁ Θεός μου, μὴ ἀποστῇς ἀπ' ἐμοῦ· 
πρόσχες εἰς τὴν βοήθειάν μου, Κύριε τῆς σωτηρίας μου.

Μετάφραση (37) 
Κυριε, μη με ελέγξης και μη, επάνω εις την δικαίαν οργήν σου, με τιμωρήσης δια τας πράξεις μου. Μη χρησιμοποίησης την παιδαγωγικήν σου ράβδον οργισμένος εναντίον μου.
Διότι τα βέλη των πόνων και των τιμωριών έχουν εμμηχθή μέσα στο σώμα μου και βαρύ έχεις αφήσει να πέση επάνω μου το παντοδύναμο χέρι σου.
Δεν υπάρχει κανένα μέλος του σώματός μου υγιές, εξ αιτίας της δικαίας οργής σου εναντίον μου. Δεν υπάρχει γαλήνη και ανάπαυσις εις τα κόκκαλά μου εξ αιτίας των δύο μεγάλων αμαρτιών μου.
Διότι αι αμαρτίαι μου αυταί είναι τόσον μεγάλαι, ώστε ωσάν πελώρια κύματα επλημμύρισαν επάνω από το κεφάλι μου και ως βαρύ φορτίον καταθλίβουν και καταπιέζουν την ψυχήν μου.
Τα εξ αιτίας της αφροσύνης μου τραύματα των αμαρτιών μου εβρώμισαν και εσάπησαν.
Εχω ταλαιπωρηθή και καταβληθή. Ελύγισαν τα γόνατά μου, εκυρτώθην τελείως. Ολην την ημέραν σύρω μετά δυσκολίας τα βήματά μου, σκυθρωπός και λυπημένος.
Διότι οι νεφροί μου, το κέντρον αυτό των επιθυμιών, εγέμισαν από έλκη και πόνους, τα οποία προκαλούν την αηδίαν και περιφρόνησιν. Δεν υπάρχει μέρος υγιές εις την σάρκα μου.
Εκακοπάθησα και εταλαιπωρήθην και εξηυτελίσθην πάρα πολύ. Βαθείς και συνεχείς αναστεναγμοί βγαίνουν από την οδυνωμένην καρδίαν μου, ωσάν βρυχηθμοί λέοντος πληγωμένου.
Κυριε, ολοφάνερη εμπρός σου είναι η επιθυμία μου, η επιθυμία της σωτηρίας. Ο δε κατάπικρος στεναγμός της καρδίας μου δεν είναι άγνωστος και κρυμμένος από σέ.
Η καρδία μου είναι ταραγμένη. Παλλει με ορμήν. Η ψυχική και η σωματική δύναμίς μου με εγκατέλιπε και το φως των οφθαλμών μου και αυτό σβήνει πλέον· το έχασα, δεν το έχω πλέον.
Οι φίλοι μου και όλοι οι γνωστοί μου με επλησίασαν, αλλά εσταμάτησαν εις απόστασιν, και οι πλησιέστεροι από τους συγγενείς μου εστάθησαν πολύ μακράν. Κανείς δεν προθυμοποιείται να με βοηθήση.
Μέσα στον πόνον μου και την εγκατάλειψίν μου αυτήν οι εχθροί μου φέρονται απέναντί μου με βιαιότητα και σκληρότητα. Εκείνοι οι οποίοι επιζητούν τον θάνατόν μου, εκείνοι που θέλουν και ευφραίνονται εις την δυστυχίαν μου, ελάλησαν λόγους συκοφαντικούς και ολεθρίους εναντίον μου. Χαιρεκακούν δια την κατάστασίν μου. Συγχρόνως δε καταστρώνουν δόλια σχέδια και στήνουν παγίδας ολέθρου όλην την ημέραν, δια να με εξοντώσουν.
Αλλά εγώ, ως εάν ήμην κωφός, δεν ήκουα όσα εκείνοι έλεγαν εναντίον μου. Ως εάν ήμουν βωβός και άλαλος, ωσάν να μη ημπορούσα να ανοίξω το στόμα μου, δεν απαντούσα καθόλου εις αυτούς.
Και έγινα έτσι σαν άνθρωπος, που δεν ακούει καθόλου και που δεν έχει στο στόμα του δικαίας αντιρρήσεις και λόγους αποστομωτικούς εναντίον εκείνων, που τον κατηγορούν.
Δεν απαντώ στους εχθρούς μου, διότι εγώ εις σε έχω στηρίξει τας ελπίδας μου, Κυριε. Εχω πεποίθησιν ότι θα ακούσης ευμενώς την προσευχήν μου και θα σπεύσης εις την βοήθειάν μου.
Δια τούτο και είπα από μέσα μου· Βοήθησέ μέ, Κυριε, και μη επιτρέψης να δοκιμάσουν μοχθηράν χαράν εις βάρος μου οι εχθροί μου, ούτε να κομπορρημονούν, εάν με βλέπουν να τρικλίζω κάτω από το βάρος της θλίψεως.
Διότι εγώ είμαι πρόθυμος να υποστώ τας δικαίας τιμωρίας σου δια την αμαρτίαν μου. Ο δε φοβερός πόνος δια την πτώσιν μου είναι πάντοτε ενώπιόν μου, δεν παύει να διατρυπά την καρδίαν μου.
Συντετριμμένος από το βάρος της ενοχής μου θα εξομολογηθώ ενώπιον όλων την αμαρτίαν μου και θα καταβάλω κάθε προσπάθειαν να απαλλαγώ από αυτήν, και ουδέποτε πλέον να την επαναλάβω.
Οι εχθροί μου όμως ζουν, είναι υγιείς, κινούνται δραστηρίως, είναι ισχυρότεροί μου. Και αυτοί οι οποίοι με μισούν αδίκως, έχουν πληθυνθή.
Αυτοί, οι οποίοι ανταποδίδουν εις εμέ κακόν αντί του καλού, που τους έκαμα, με συκοφαντούν, διότι εγώ θέλω πάντοτε το αγαθόν, το σύμφωνον με το θέλημά σου.
Μη με εγκαταλίπης, Κυριε και Θεέ μου, μη απομακρύνεσαι από εμέ.
Σπεύσε, Κυριε, εις την βοήθειάν μου, συ που είσαι η μοναδική μου σωτηρία. 


Ψαλμὸς (62) (ξβ') τῷ Δαυῒδ ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ τῆς Ἰδουμαίας.


Ὁ Θεὸς ὁ Θεός μου, πρὸς σὲ ὀρθρίζω· ἐδίψησέ σε ἡ ψυχή μου, ποσαπλῶς σοι ἡ σάρξ μου ἐν γῇ ἐρήμῳ καὶ ἀβάτῳ καὶ ἀνύδρῳ. 
οὕτως ἐν τῷ ἁγίῳ ὤφθην σοι τοῦ ἰδεῖν τὴν δύναμίν σου καὶ τὴν δόξαν σου. 
ὅτι κρεῖσσον τὸ ἔλεός σου ὑπὲρ ζωάς· τὰ χείλη μου ἐπαινέσουσί σε. 
οὕτως εὐλογήσω σε ἐν τῇ ζωῇ μου καὶ ἐν τῷ ὀνόματί σου ἀρῶ τὰς χεῖράς μου. 
ὡς ἐκ στέατος καὶ πιότητος ἐμπλησθείη ἡ ψυχή μου, καὶ χείλη ἀγαλλιάσεως αἰνέσει τὸ στόμα μου. 
εἰ ἐμνημόνευόν σου ἐπὶ τῆς στρωμνῆς μου, ἐν τοῖς ὄρθροις ἐμελέτων εἰς σέ· 
ὅτι ἐγενήθης βοηθός μου, καὶ ἐν τῇ σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἀγαλλιάσομαι. 
ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω σου, ἐμοῦ δὲ ἀντελάβετο ἡ δεξιά σου. 
αὐτοὶ δὲ εἰς μάτην ἐζήτησαν τὴν ψυχήν μου, εἰσελεύσονται εἰς τὰ κατώτατα τῆς γῆς· 
παραδοθήσονται εἰς χεῖρας ῥομφαίας, μερίδες ἀλωπέκων ἔσονται. 
ὁ δὲ βασιλεὺς εὐφρανθήσεται ἐπὶ τῷ Θεῷ, ἐπαινεθήσεται πᾶς ὁ ὀμνύων ἐν αὐτῷ, ὅτι ἐνεφράγη στόμα λαλούντων ἄδικα.

Μετάφραση (62) 
Θεέ, Συ ο Θεός μου, από πολύ πρωϊ, από τα χαράματα προσεύχομαι προς σέ. Σε διψά και σε ποθεί η ψυχή μου. Ποσες φορές και αυταί αι αισθήσεις του σώματός μου, εις την έρημον αυτήν χώραν την δύσδατον και άνυδρον επόθησαν να ίδουν και να απολαύσουν τον άγιόν σου ναόν!
Με την δίψαν αυτήν επαρουσιαζόμην σωματικώς και ψυχικώς άλλοτε στον ιερόν σου τόπον, δια να ίδω και σκεφθώ την δύναμίν σου και την δόξαν σου.
Σε επόθησα και σε ποθώ σφοδρώς, Κυριέ μου, διότι το έλεός σου είναι ανώτερον από χιλιάδας και χιλιάδας ζωάς. Τα χείλη μου θα σε υμνούν και θα σε δοξολογούν.
Με τον αυτόν τρόπον θα σε ευλογώ και θα σε δοξολογώ καθ' όλον το διάστημα της ζωής μου και μόνον στο Ονομά σου θα υψώνω τας χείράς μου, και προς σε θα προσεύχωμαι.
Με την χαράν και την ευφροσύνην της προσευχής θα χορταίνη και θα ευφραίνεται η ψυχή μου, όπως θα ηυφραίνετο το σώμα, όταν θα έτρωγε λιπαρά και νόστιμα φαγητά. Με χείλη πλημμυρισμένα από αγαλλίασιν θα σε υμνή τότε το στόμα μου.
Οταν, καθώς πέφτω κατά την νύκτα στο στρώμα μου, σε ενθυμούμαι και κοιμώμαι με την παράστασιν του μεγαλείου σου, τότε πολύ πρωϊ θα εξυπνώ και θα μελετώ τα μεγαλεία σου και θα σε δοξολογώ.
Διότι συ κατά το παρελθόν υπήρξες βοηθός και στο μέλλον θα δοκιμάζω αγαλλίασιν και χαράν ευρισκόμενος κάτω από την σκέπην των πτερύγων σου.
Προσεκολλήθη πάντοτε η ψυχή μου προς σέ. Συ δε ήπλωσες την δεξιάν σου χείρα και με εστήριξες, με καθωδήγησες και με επροστάτευσες.
Αυτοί δε οι εχθροί μου, οι οποίοι με πολεμούν, ματαίως προσεπάθησαν να αφαιρέσουν την ζωήν μου. Θα αποτύχουν στο έργον των, αλλά και οι ίδιοι θα φονευθούν και θα κατέλθουν στον άδην, εις τα βάθη της γης.
Θα παραδοθούν εις σφαγήν ρομφαίας, τα σώματά των άταφα θα γίνουν τροφή δια τας αλώπεκας.
Εγώ όμως ο βασιλεύς θα ευφρανθώ με την προστασίαν και την χαράν, την οποίαν ο Θεός μου δίδει. Και καθένας, ο οποίος ορκίζεται στον αληθινόν Θεόν, θα δοξασθή. Εξ αντιθέτου θα φραγή και θα κλείση το στόμα εκείνων, οι οποίοι λαλούν αδικίας και ψεύδη. 

Ὠδὴ ψαλμοῦ (87) (πζ') τοῖς υἱοῖς Κορέ · εἰς τὸ τέλος, ὑπὲρ Μαελὲθ τοῦ ἀποκριθῆναι · συνέσεως Αἰμὰν τῷ Ἰσραὴλίτῃ.

Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, ἡμέρας ἐκέκραξα καὶ ἐν νυκτὶ ἐναντίον σου· 
εἰσελθέτω ἐνώπιόν σου ἡ προσευχή μου, κλῖνον τὸ οὖς σου εἰς τὴν δέησίν μου. 
ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου τῷ ᾅδῃ ἤγγισε· 
προσελογίσθην μετὰ τῶν καταβαινόντων εἰς λάκκον, ἐγενήθην ὡσεὶ ἄνθρωπος ἀβοήθητος ἐν νεκροῖς ἐλεύθερος, 
ὡσεὶ τραυματίαι καθεύδοντες ἐν τάφῳ, ὧν οὐκ ἐμνήσθης ἔτι καὶ αὐτοὶ ἐκ τῆς χειρός σου ἀπώσθησαν. 
ἔθεντό με ἐν λάκκῳ κατωτάτῳ, ἐν σκοτεινοῖς καὶ ἐν σκιᾷ θανάτου. 
ἐπ' ἐμὲ ἐπεστηρίχθη ὁ θυμός σου, καὶ πάντας τοὺς μετεωρισμούς σου ἐπήγαγες ἐπ' ἐμέ. (διάψαλμα). 
ἐμάκρυνας τοὺς γνωστούς μου ἀπ' ἐμοῦ, ἔθεντό με βδέλυγμα ἑαυτοῖς, παρεδόθην καὶ οὐκ ἐξεπορευόμην. 
οἱ ὀφθαλμοί μου ἠσθένησαν ἀπὸ πτωχείας· ἐκέκραξα πρὸς σέ, Κύριε, ὅλην τὴν ἡμέραν, διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου· 
μὴ τοῖς νεκροῖς ποιήσεις θαυμάσια; ἢ ἰατροὶ ἀναστήσουσι, καὶ ἐξομολογήσονταί σοι; 
μὴ διηγήσεταί τις ἐν τάφῳ τὸ ἔλεός σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου ἐν τῇ ἀπωλείᾳ; 
μὴ γνωσθήσεται ἐν τῷ σκότει τὰ θαυμάσιά σου καὶ ἡ δικαιοσύνη σου ἐν γῇ ἐπιλελησμένῃ; 
κἀγὼ πρὸς σέ, Κύριε, ἐκέκραξα, καὶ τὸ πρωῒ ἡ προσευχή μου προφθάσει σε. 
ἱνατί, Κύριε, ἀπωθῇ τὴν ψυχήν μου, ἀποστρέφεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ; 
πτωχός εἰμι ἐγὼ καὶ ἐν κόποις ἐκ νεότητός μου, ὑψωθεὶς δὲ ἐταπεινώθην καὶ ἐξηπορήθην.
ἐπ' ἐμὲ διῆλθον αἱ ὀργαί σου, οἱ φοβερισμοί σου ἐξετάραξάν με, 
ἐκύκλωσάν με ὡσεὶ ὕδωρ ὅλην τὴν ἡμέραν, περιέσχον με ἅμα.
ἐμάκρυνας ἀπ' ἐμοῦ φίλον καὶ πλησίον καὶ τοὺς γνωστούς μου ἀπὸ ταλαιπωρίας.
Μετάφραση (87) 
Κύριε, ο Θεός και σωτήρ μου, προς σε έκραξα όλην την ημέραν και την νύκτα όρθιος ενώπιόν σου προσευχόμενος. 
Είθε να ανοίξη η θύρα του ελέους σου, δια να εισέλθη ενώπιόν σου η προσευχή μου. Κλίνε το αυτί σου, δια να ακούση τα λόγια της δεήσεώς μου.
Διότι υπερεπλημμύρισεν η καρδία μου από συμφοράς και η ζωη μου έχει φθάσει εις το χείλος του άδου.
Θεωρούμαι πλέον όμοιος με εκείνους, οι οποίοι κατέρχονται στον βαθύν λάκκον του τάφου. Εγινα άνθρωπος αβοήθητος, ερριμμένος ανάμεσα στους νεκρούς, μακράν από κάθε επικοινωνίαν με τους ζώντας.
Είμαι ωσάν τους θανασίμως τραυματισμένους άνδρας, οι οποίοι κοιμώνται την νάρκην του θανάτου στον τάφον, και τους οποίους δεν ενθυμείσαι πλέον ως ζωντανούς, αλλά τους απώθησες μακράν από την προστασίαν σου.
Οι πόνοι και αι συμφοραί μου με εβύθισαν στον βαθύτατον λάκκον του θανάτου, εις τας σκοτεινάς περιοχάς του άδου, όπου βασιλεύει η σκια του θανάτου.
Βαρύς έπεσεν επάνω μου ο θυμός σου και όλα τα κύματα της οργής σου τα αφήκες να εκσπάσουν εναντίον μου.
Απεμάκρυνες από εμέ τους γνωστούς μου, με εσιχάθησαν και με αηδίασαν. Παρεδόθην εις την δυστυχίαν και δεν ημπορώ πλέον να απαλλαγώ από αυτήν.
Τα μάτια μου αδυνάτισαν, εθάμπωσαν από τας ταλαιπωρίας και από τα πολλά μου δάκρυα. Εκραξα προς σέ, Κυριε, προσευχόμενος όλην την ημέραν. Απλωσα και ύψωσα προς σε τα χέρια μου.
Βοήθησέ με, Κυριε, πριν η αποθάνω. Μηπως, τάχα, και θα δείξης τα θαυμαστά σου έργα στους νεκρούς, και εις εμέ όταν αποθάνω; Η μήπως οι ιατροί ημπορούν να αναστήσουν τους νεκρούς, δια να σε δοξολογήσουν;
Μηπως επίσης είναι δυνατόν να διηγηθή κανείς το έλεός σου και την αλήθειάν σου μεταξύ των νεκρών κάτω εις τον άδην;
Μηπως και είναι δυνατόν να γίνουν γνωστά τα θαυμαστά σου έργα εις τας σκοτεινάς περιοχάς του άδου και τα έργα της δικαιοσύνης σου εις την λησμονημένην χώραν των νεκρών;
Δια τούτο και εγώ, Κυριε, τώρα που ευρίσκομαι ακόμη εν τη ζωή, έκραξα καθ' όλον το διάστημα της νυκτός προς σέ· και το πρωϊ η προσευχή μου θα σε προφθάση.
Διατί, Κυριε, απωθείς την ψυχήν μου, και γυρίζεις αλλού το πρόσωπόν σου, μακράν από εμέ;
Εγώ είμαι πτωχός και ανάμεσα εις κόπους έχω ζήσει από την νεότητά μου. Οταν δε κοινωνικώς και υλικώς εξυψώθην, εταπεινώθηκα και πάλιν κατόπιν και περιέπεσα εις αμηχανίαν και απορίαν.
'Επέρασαν από επάνω μου αι οργαί σου, αι φοβεραί απειλαί σου με συνεκλόνισαν,
αυταί με περιεκύκλωσαν ωσάν ύδωρ όλην την ημέραν, με περιέβαλαν ταυτοχρόνως από παντού.
Εμάκρυνες από εμέ όλους τους φίλους μου και τους γείτονάς μου και γενικώς όλους τους γνωστούς μου εξ αιτίας της δυστυχίας μου.


Τῷ Δαυῒδ (102) (ρβ').


Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καί, πάντα τὰ ἐντός μου, τὸ ὄνομα τὸ ἅγιον αὐτοῦ· 
εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον καὶ μὴ ἐπιλανθάνου πάσας τὰς ἀνταποδόσεις αὐτοῦ· 
τὸν εὐιλατεύοντα πάσας τὰς ἀνομίας σου, τὸν ἰώμενον πάσας τὰς νόσους σου· 
τὸν λυτρούμενον ἐκ φθορᾶς τὴν ζωήν σου, τὸν στεφανοῦντά σε ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς· 
τὸν ἐμπιπλῶντα ἐν ἀγαθοῖς τὴν ἐπιθυμίαν σου, ἀνακαινισθήσεται ὡς ἀετοῦ ἡ νεότης σου. 
ποιῶν ἐλεημοσύνας ὁ Κύριος καὶ κρίμα πᾶσι τοῖς ἀδικουμένοις. 
ἐγνώρισε τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ τῷ Μωυσῇ, τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ τὰ θελήματα αὐτοῦ. 
οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος· 
οὐκ εἰς τέλος ὀργισθήσεται, οὐδὲ εἰς τὸν αἰῶνα μηνιεῖ· 
οὐ κατὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν ἐποίησεν ἡμῖν, οὐδὲ κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν ἀνταπέδωκεν ἡμῖν, 
ὅτι κατὰ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τῆς γῆς ἐκραταίωσε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν· 
καθόσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν, ἐμάκρυνεν ἀφ' ἡμῶν τὰς ἀνομίας ἡμῶν. 
καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησεν Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν, 
ὅτι αὐτὸς ἔγνω τὸ πλάσμα ἡμῶν, ἐμνήσθη ὅτι χοῦς ἐσμεν. ἄνθρωπος, ὡσεὶ χόρτος αἱ ἡμέραι αὐτοῦ· ὡσεὶ ἄνθος τοῦ ἀγροῦ, οὕτως ἐξανθήσει· 
ὅτι πνεῦμα διῆλθεν ἐν αὐτῷ, καὶ οὐχ ὑπάρξει καὶ οὐκ ἐπιγνώσεται ἔτι τὸν τόπον αὐτοῦ. 
τὸ δὲ ἔλεος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος ἐπὶ τοὺς φοβουμένους αὐτόν, καὶ ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ ἐπὶ υἱοῖς υἱῶν 
τοῖς φυλάσσουσι τὴν διαθήκην αὐτοῦ καὶ μεμνημένοις τῶν ἐντολῶν αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι αὐτάς. 
Κύριος ἐν τῷ οὐρανῷ ἡτοίμασε τὸν θρόνον αὐτοῦ, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ πάντων δεσπόζει. 
εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, δυνατοὶ ἰσχύϊ ποιοῦντες τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φωνῆς τῶν λόγων αὐτοῦ. 
εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ, λειτουργοὶ αὐτοῦ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ· 
εὐλογεῖτε τὸν Κύριον, πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, ἐν παντὶ τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ· εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον.

Μετάφραση  (102) 
Ω ψυχή μου, δοξολόγει ακατάπαυστα τον Κυριον, και όλαι αι εσωτερικαί μου δυνάμεις, ο νους και η καρδία μου, ας δοξολογούν το άγιον όνομά του, δια τα μεγαλεία και τας πολλάς του ευεργεσίας. 
Δοξολόγει, ω ψυχή μου, τον Κυριον και μη λησμονής ποτέ καμμίαν από τας ευεργεσίας του προς σέ.
Δοξολόγει τον Θεόν σου, ο οποίος σου συγχωρεί όλας τας ανομίας, θεραπεύει όλας τας σωματικάς και πνευματικάς ασθενείας σου.
Αυτόν, που λυτρώνει και απαλλάσσει την ζωήν σου, πολλές φορές, από την φθοράν του θανάτου και του άδου και περικοσμεί πάντοτε την κεφαλήν σου, ωσάν με λαμπρόν στέφανον, με το πλήθος του ελέους και των οικτιρμών του.
Δοξολόγησε τον Κυριον, ο οποίος χορταίνει με όλα τα αγαθά τας ευγενείς επιθυμίας σου, ώστε η νεανική σου ηλικία και ακμή να ανανεώνεται πάντοτε, όπως του αετού.
Ο Κυριος είναι εκείνος, που πάντοτε κάνει έργα ελέους και ευσπλαγχνίας και αποδίδει το δίκαιον εις όλους τους αθώους ανθρώπους, που αδικούνται.
Αυτός κατέστησεν στον Μωϋσήν γνωστούς όλους τους τρόπους της ενεργείας του δια την απελευθέρωσιν του ισραηλιτικού λαού, εις δε τον ισραηλιτικόν λαόν εφανέρωσε το θέλημά του.
Ο Κυριος είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και γεμάτος από ελέη.
Δεν οργίζεται, δια να μας καταστρέψη τελείως, ούτε κρατεί αιωνίαν την οργήν του.
Δεν μας ετιμώρησέ ποτέ ανάλογά με την βαρύτητα και το πλήθος των ανομιών μας, ούτε και σύμφωνα με τας αμαρτίας μας ανταπέδωκεν εις ημάς την πρέπουσαν τιμωρίαν.
Διότι, όσον απροσμέτρητον είναι το ύψος του ουρανού από την γην, τόσον μέγα και κραταιόν, τόσον αμέτρητον είναι το έλεος του Θεού προς εκείνους που τον φοβούνται και τον ευλαβούνται.
Οσον απροσμέτρητος είναι η απόστασις της ανατολής από την δύσιν, τόσον απεμάκρυνεν από ημάς ο Θεός τας αμαρτίας μας, ώστε να είμεθα απηλλαγμένοι από αυτάς.
Οπως ευσπλαγχνίζεται ο στοργικός πατήρ τα παιδιά του, έτσι και ο Κυριος σπλαγχνίζεται πάντοτε εκείνους, που τον φοβούνται.
Διότι αυτός γνωρίζει από τι επλάσθημεν, έχει πάντοτε υπ' όψιν του, ότι είμεθα πλασμένοι από το ευτελές χώμα της γης.
Αι ημέραι του ανθρώπου ομοιάζουν με το εφήμερον χόρτον του αγρού. Ετσι και αυτός σαν το άνθος του αγρού ανθίζει και φαίνεται επ' ολίγον εις την γην.
Οταν δε καυστικός άνεμος περάση από το άνθος, το καταστρέφει, το εξαφανίζει και έτσι αυτό δεν υπάρχει πλέον, δεν αφήνει κανένα ίχνος στον τόπον του, ώστε κανείς να μη ξέρη, που είχε αυτό προηγουμένως φυτρώσει. Ετσι και ο άνθρωπος έρχεται και παρέρχεται και γρήγορα λησμονείται.
Η ευσπλαγχνία όμως του Κυρίου απλώνεται εις αιώνας αιώνων προς τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι τον φοβούνται. Και η δικαιοσύνη του, φρουρός ασφαλής, παραμένει εις όλας τας γενεάς των ανθρώπων.
Των ανθρώπων εκείνων, οι οποίοι φυλάσσουν τον Νομον του και έχουν πάντοτε στον νουν και την καρδίαν των τας εντολάς του, δια να τας τηρούν και συμμορφώνωνται προς αυτάς.
Ο Κυριος ητοίμασε και εστερέωσε τον θρόνον του υψηλά στον ουρανόν και η βασιλεία του κυριαρχεί επί του σύμπαντος.
Δοξολογείτε, λοιπόν, τον Κυριον όλοι οι άγγελοι αυτού, σεις οι οποίοι είσθε ισχυροί, ώστε να πράττετε το θέλημά του, πρόθυμοι να ακούετε και να εκτελήτε την διαταγήν των λόγων του.
Ευλογείτε τον Κυριον όλαι αι στρατιαί των αγγελικών δυνάμεων, οι λειτουργοί αυτού, όλοι όσοι τηρούν το θέλημά του.
Ευλογείτε τον Κυριον όλα τα έργα, τα οποία υπάρχουν εις κάθε τόπον της κυριαρχίας του. Ω ψυχή μου, δοξολόγει πάντοτε τον Κυριον. 

Ψαλμὸς (142) (ρμβ') τῷ Δαυῒδ, ὅτε αὐτὸν ὁ υἱὸς καταδιώκει.

Κύριε, εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου, ἐνώτισαι τὴν δέησίν μου ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου, εἰσάκουσόν μου ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου· 
καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν. 
ὅτι κατεδίωξεν ὁ ἐχθρὸς τὴν ψυχήν μου, ἐταπείνωσεν εἰς γῆν τὴν ζωήν μου, ἐκάθισέ με ἐν σκοτεινοῖς ὡς νεκροὺς αἰῶνος· 
καὶ ἠκηδίασεν ἐπ' ἐμὲ τὸ πνεῦμά μου, ἐν ἐμοὶ ἐταράχθη ἡ καρδία μου. 
ἐμνήσθην ἡμερῶν ἀρχαίων, ἐμελέτησα ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου, ἐν ποιήμασι τῶν χειρῶν σου ἐμελέτων. 
διεπέτασα πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, ἡ ψυχή μου ὡς γῆ ἄνυδρός σοι. (διάψαλμα). 
ταχὺ εἰσάκουσόν μου, Κύριε, ἐξέλιπε τὸ πνεῦμά μου· μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπ' ἐμοῦ, καὶ ὁμοιωθήσομαι τοῖς καταβαίνουσιν εἰς λάκκον. 
ἀκουστὸν ποίησόν μοι τὸ πρωῒ τὸ ἔλεός σου, ὅτι ἐπὶ σοὶ ἤλπισα· γνώρισόν μοι, Κύριε, ὁδόν, ἐν ᾗ πορεύσομαι, ὅτι πρὸς σὲ ἦρα τὴν ψυχήν μου· 
ἐξελοῦ με ἐκ τῶν ἐχθρῶν μου, Κύριε, ὅτι πρὸς σὲ κατέφυγον. 
δίδαξόν με τοῦ ποιεῖν τὸ θέλημά σου, ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεός μου· τὸ πνεῦμά σου τὸ ἀγαθὸν ὁδηγήσει με ἐν γῇ εὐθείᾳ. 
ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου, Κύριε, ζήσεις με, ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ἐξάξεις ἐκ θλίψεως τὴν ψυχήν μου· 
καὶ ἐν τῷ ἐλέει σου ἐξολοθρεύσεις τοὺς ἐχθρούς μου καὶ ἀπολεῖς πάντας τοὺς θλίβοντας τὴν ψυχήν μου, ὅτι ἐγὼ δοῦλός σού εἰμι.

Μετάφραση (142) 
Κύριε, άκουσε και κάμε δεκτήν την προσευχήν μου. Ακουσε την ικετευτικήν παράκλησίν μου εν ονόματι της φιλαληθείας σου και των υποσχέσεων, που μας έχεις δώσει. Εισάκουσόν μου εν ονόματι της δικαιοσύνης σου, η οποία απαιτεί την προστασίαν του κάθε αθώου.
Μη θελήσης όμως να προβής εις λεπτομερή εξέτασιν της ζωής εμού του δούλου σου, διότι κανείς από τους ζώντας ανθρώπους επί της γης δεν θα ευρεθή τελείως αθώος και αναμάρτητος ενώπιόν σου.
Ακουσε, λοιπόν, Κυριε, το δίκαιον αίτημά μου, διότι εχθρός αδίστακτος με καταδιώκει ζητών να μου αφαιρέση την ζωήν. Με εποδοπάτησε κάτω στο χώμα, με εξηυτέλισε, με έχει καθίσει στο χείλος του τάφου. Με έχει οδηγήσει στο στόμα του σκοτεινού άδου, όπου ευρίσκονται οι από αρχαιότατα χρόνια νεκροί.
Από τας βαρείας αυτάς θλίψεις έχει καταληφθή από αθυμίαν το πνεύμα μου. Η καρδία μου εντός μου συνεχώς ταράσσεται.
Εις αυτήν την πολυώδυνον κατάστασιν ευρισκόμενος ενεθυμήθην παλαιάς ημέρας ειρήνης και ασφαλείας. Εβύθισα την σκέψιν μου εις τα έργα της ιδικής σου προστασίας, εμελέτησα καλώς τα έργα των χειρών σου.
Από την μελέτην αυτήν τονωθείς εις την πίστιν και την ελπίδα προς σέ, ύψωσα ικετευτικάς τας χείράς μου προς σε και η ψυχή μου, ωσάν γη κατάξηρος, εζήτησε δρόσον και αναψυχήν από σέ.
Οσον το δυνατόν ταχύτερον κάμε δεκτήν, Κυριε, την προσευχήν μου. Απέκαμα πλέον, ωλιγοψύχησε και κινδυνεύει να σβήση το πνεύμα μου. Μη γυρίσης αλλού το πρόσωπόν σου από εμέ. Διότι τότε θα ομοιάσω πλέον με τους νεκρούς, οι οποίοι κατεβαίνουν οριστικώς εις τον τάφον.
Ευδόκησε, Κυριε, να ακούσω και να αισθανθώ λίαν πρωϊ, συντόμως, το έλεός σου, διότι εγώ εις σε μόνον έχω στηρίξει τας ελπίδας μου. Καμε γνωστήν εις εμέ, Κυριε, την οδόν, το άγιόν σου θέλημα, σύμφωνα προς το οποίον να ρυθμίσω την πορείαν της ζωής μου. Διότι προς σέ υψώνω και παραδίδω ολόκληρον την ψυχήν μου.
Βγάλε με και ελευθέρωσέ με, Κυριε, από τους εχθρούς μου, διότι εγώ προς σε απ' αρχής και μέχρι σήμερον καταφεύγω.
Διδαξέ με, ποίον είναι το θέλημά σου και δος μου την αγαθήν διάθεσιν να το εφαρμόζω πάντοτε, διότι συ είσαι ο Θεός μου. Το Πνεύμά σου το αγαθόν αυτό θα με οδηγήση εις την ευθείαν και ευάρεστον εις σε οδόν.
Ενεκεν του ονόματός σου, που σημαίνει έλεος και αγάπην, θα περιφρουρήσης και θα παρατείνης την ζωήν μου. Εν τη δικαιοσύνη σου θα βγάλης την ψυχήν μου από την βαρείαν θλίψιν, που οι εχθροί μου έχουν επιφέρει.
Με το έλεός σου αυτό, που θα δείξης προς εμέ, θα εξολοθρεύσης τους εχθρούς μου, θα καταστρέψης όλους εκείνους, οι οποίοι θλίβουν την ζωήν μου, διότι εγώ είμαι ιδικός σου δούλος.
-----------
Τον Σταυρό μας μπορούμε να τον κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. 
Σ' όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα... Και νυν... Αλληλούια...» ΔΕΝ κάνουμε τον Σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο όποιος «μετ' ευλάβειας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. 
Διότι ό χρόνος αυτός τής αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις και προπαντός, χωρίς τούς παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. 

(Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ό Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ' αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).

Γέροντα, γιατί δεν καθόµαστε στον Εξάψαλµο;
- Γιατί συµβολίζει τήν Κρίση. Γι' αυτό, όταν διαβάζεται ό Εξάψαλµος, καλά είναι ό νους να πηγαίνη στην ώρα της Κρίσεως. Ό Εξάψαλµος έξι-έπτά λεπτά κρατά. Στην πρώτη στάση ούτε σταυρό δεν κάνουµε, γιατί ό Χριστός τώρα δεν θά ερθη γιά νά σταυρωθή, αλλά θά ερθη ώς Κριτής.

Διάψαλμα: Η Λειτουργική Σιωπή
«Ἀνάπαυλα πρὸς μηρυκασμὸν τῶν νοημάτων»

Τό «διάψαλμα» εἶναι ἕνας τεχνικός ὅρος καί ἀναφέρεται σέ πολλούς Ψαλμούς∙ θά τό συναντήσουμε πολλές φορές. Φυσικά, ὅταν ἔγραφε ὁ Δαβίδ αὐτόν τόν Ψαλμό, δέν ἔπιασε νά γράψει τή λέξη διάψαλμα. 
Εἶναι τεχνικός ὅρος καί ἀναφέρεται φυσικά στούς μουσικούς, στό τί θά ἔκαναν ἐδῶ. Θά σᾶς πῶ μόνο τρεῖς γνῶμες, πού εἶναι πάρα πολύ ὡραῖες. 
Ὁ Θεοδώρητος λέει ὅτι διάψαλμα σημαίνει «μέλους ἐναλλαγήν»· ἀλλάζει τό μέλος, ἀλλάζει ἡ μουσική, ἀλλάζει τό μέτρο, καί εἶναι κάτι πού τό συναντᾶμε πολλές φορές μέσα στά μουσικά κείμενα. 
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέει ὅτι τό διάψαλμα εἶναι νοήματος ἐναλλαγή, ἀλλάζει τό νόημα. Στόν προκείμενο Ψαλμό πραγματικά ἔχουμε ἐναλλαγή σκηνῆς, γιατί ἐδῶ σταματάει ἡ σκηνή στή γῆ καί ἀνοίγεται στόν Οὐρανό.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅμως ἔχει κάτι ὑπέροχο. Θά προτιμοῦσα νά κρατήσουμε τό τρίτο, ὄχι γιατί τά δύο πρῶτα πραγματικά δέν ἔχουν ἀξία, ἀλλά αὐτό ἔχει μία βαθύτερη καί πνευματικότερη ἔννοια. Τό διάψαλμα, λέει, εἶναι «ἀνάπαυλα πρὸς μηρυκασμὸν τῶν νοημάτων», ἀνάπαυλα γιά νά ξανασκεφτοῦμε τά νοήματα! 
Σ’ αὐτό θά μείνουμε.
Ξέρετε ὅτι τά μηρυκαστικά ζῶα –τά πρόβατα, οἱ κατσίκες, οἱ καμῆλες, ὅλα αὐτά εἶναι μηρυκαστικά– ἁρπάζουν γρήγορα - γρήγορα τήν τροφή τους, τήν τρῶνε γρήγορα - γρήγορα, τή μαζεύουν στό πρῶτο στομάχι τους, καί μετά μέ τήν ἡσυχία τους κάθονται καί μηρυκάζουν, ξαναμασοῦν, καί ἀπολαμβάνουν ἐκεῖνο πού ἔφαγαν βιαστικά.
Ἐδῶ λοιπόν μπαίνει μία λειτουργική σιωπήΑὐτή ἡ λειτουργική σιωπή ὑπάρχει καί μέσα στή Θεία Λειτουργία, πού ὅμως τεχνικά δέν τήν τηροῦμε. 
Ξέρετε πόσα σημεῖα λειτουργικῆς σιωπῆς ἔχουμε μέσα ἐκεῖ, στή Θεία Λειτουργία; Πρῶτα - πρῶτα, πρίν ἀρχίσει, στό τέλος τοῦ Ὄρθρου, λέμε ἕνα ἀπολυτίκιο. Ἄν εἶναι Κυριακή, λέμε τό γνωστό «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονεν...»· ἄν ὅμως εἶναι καθημερινή, ἔχουμε τό ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας. Δέν προλαβαίνει νά τελειώσει ὁ ψάλτης, συναπτά θά ἔλεγα, ἁλυσσιδωτά, κι ἀμέσως ἀκοῦτε τόν ἱερέα: «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς...» καί τά λοιπά. 
Δέν μένει κανένα χρονικό διάστημα, τόσο, πού πάρα πολλοί ἄνθρωποι νομίζουν ὅτι εἶναι μία συνέχεια. Ἐκεῖ ὅμως πρέπει νά γίνει γιά μερικά δευτερόλεπτα μία σιωπή. Ὅταν τελειώσει τό ἀπολυτίκιο, ὁ ἱερέας πρέπει νά κρατάει τό εὐαγγέλιο καί νά περιμένει λίγο. Ἄν τό ἔχετε προσέξει, προσπαθῶ νά τό κάνω αὐτό, δηλαδή νά ἔχουμε μερικές στιγμές σιωπῆς.
Ὅπως ἀκριβῶς εἶναι μέσα σ’ ἕνα μουσικό κομμάτι, μέσα σέ μία συναυλία, πού ἔχουμε τά φόρτε, ἔχουμε τά πιανίσιμα, ἔτσι ἔχουμε καί τή σιωπή καί ὅλα ἔχουν τήν ἀπόλυτα σωστή τους θέση. Μάλιστα ἡ σιωπή ὑποβάλλει ἐξ ἴσου, ὅπως θά ὑπέβαλλε ἴσως ἕνα φόρτε ἤ ἕνα πιανίσιμο μέσα στή μουσική. Τό φόρτε εἶναι τό δυνατό, τό ὑψηλό· τό πιανίσιμο εἶναι τό χαμηλό, τό μαλακό. 
Ἔτσι πρέπει νά γίνει καί στή Θεία Λειτουργία μία σιωπή· μπαίνουμε σ’ ἕνα Μυστήριο.
Ἕνα ἄλλο σημεῖο σιωπῆς, πού σημειώνει ὁ ἀείμνηστος πατήρ Γερβάσιος Παρασκευόπουλος στή Λειτουργική του Ἐπιστασία, εἶναι τό ἑξῆς. Ἀνάμεσα στόν ἱερέα, τόν διάκονο καί τόν λαό γίνεται ἕνας διάλογος: «Ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», «Ἔχομεν πρὸς τὸν Κύριον», «Εὐχαριστήσωμεν τῷ Κυρίῳ», «Ἄξιον καὶ δίκαιον». Αὐτός ὁ διάλογος εἶναι τό προοίμιο τῆς εὐχῆς τῆς ἁγίας Ἀναφορᾶς, τῆς μακρότατης αὐτῆς εὐχῆς, πού εἶναι χωρισμένη σέ εἴκοσι ἑπτά διαλογικά κομμάτια. Ἕνα κομμάτι ἀπό τά εἴκοσι ἑπτά εἶναι καί τό Ἀμήν. Ὅταν θά πεῖ ὁ λαός «Ἄξιον καὶ δίκαιον», ἐκεῖ τελειώνει τό προοίμιο, καί μπαίνουμε στό κύριο θέμα τῆς εὐχῆς, στό πρῶτο κομμάτι της, γιατί ὅλο εἶναι εὐχή, «Ἄξιον καὶ δίκαιον σὲ ὑμνεῖν, σὲ εὐλογεῖν...» καί τά λοιπά. 
Ὅμως ἀνάμεσα στό «Ἄξιον καὶ δίκαιον» τοῦ λαοῦ καί τήν εὐχή πρέπει νά μεσολαβήσει γιά μερικές στιγμές μία λειτουργική σιωπή, ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα κλίμα περισυλλογῆς, δέους. Καί μετά, μέσα στή σιωπή τοῦ ναοῦ, νά ἀκουστεῖ ἡ φωνή τοῦ ἱερέως, «Ἄξιον καὶ δίκαιον...», σ’ ἕναν βαρύ τόνο, ὅτι πραγματικά εἶναι ἄξιο καί δίκαιο νά ὑμνεῖται τό Ἅγιο Ὄνομά Του.
η συνέχεια εδώ

Wednesday, 29 June 2016

Αρτοκλασία

Ο όρος Αρτοκλασία σημαίνει ο τεμαχισμός του άρτου και συναντάται μόνο στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας. 
...........
Οι νοικοκυρές βάζουν τα δυνατά τους για να φτιάξουν την πιο όμορφη Αρτοκλασία.

Έτσι στη Λειτουργική, Αρτοκλασία αποκαλούμε τον τεμαχισμό των άρτων που προηγουμένως έχουν ευλογηθεί από ιερέα ή Αρχιερέα και στη συνέχεια διανέμονται στο εκκλησίασμα. Οι ευλογούμενοι άρτοι είναι πέντε, ισάριθμοι δηλαδή μ΄ εκείνους που ευλόγησε ο Χριστός στην έρημο και στη συνέχεια διανεμήθηκαν στο πλήθος. Μαζί με τους άρτους ευλογούνται επίσης μικρές ποσότητες οίνου και ελαίου που φέρονται σε μικρές φιάλες. 
Η τελετή της αρτοκλασίας ή της «ευλογήσεως των άρτων» είναι παλαιότατη λειτουργική πράξη και έχει τις ρίζες της στους αποστολικούς χρόνους. Θεωρείται κατάλοιπο από τις «αγάπες», τα κοινά γεύματα των πρώτων χριστιανών, που διασώζει και το αρχαίο όνομα της Θείας Ευχαριστίας (κλάσις του άρτου), καθώς και τον τρόπο τεμαχισμού και διανομής της.
"...και τους εξ αυτών μεταλαμβάνοντες πιστούς δούλους σου αγίασον..."

Η Αρτοκλασία στις μέρες μας γίνεται και κατά την ακολουθία του όρθρου, αλλά κυρίως κατά τον εσπερινό της παραμονής δεσποτικής ή θεομητορικής εορτής αλλά και στις εορτές των Αγίων μας, επίσης Αρτοκλασία κάνουμε και όποτε το κρίνουμε εμείς ή ο πνευματικός μας αναγκαίο, η τέλεση δε του ιερού αυτού γεγονότος αποσκοπεί με τον συμβολισμό του πολλαπλασιασμού των άρτων από τον Ιησού στην έρημο, στην ευλόγηση του σπιτικού μας και στον πολλαπλασιασμό των υλικών αλλά και των ψυχικών αγαθών των οικείων και των φίλων μας.
Η Αρτοκλασία όμως αποσκοπούσε και αποσκοπεί ακόμα και στην θεραπεία πρακτικής μοναστικής ανάγκης. Στα μοναστήρια, δηλαδή, οι μοναχοί αφού νήστευαν ολόκληρη την ημέρα της παραμονής κάθε μεγάλης εορτής, ήταν υποχρεωμένοι μα παραμείνουν στο ναό και να μην απομακρυνθούν, μετά τον εσπερινό, προκειμένου να συνεχίσουν την ολονυκτία και να τύχουν δια της αρτοκλασίας "παραμυθίας" και "στήριξης". 
Η ευλογία των άρτων, "ανά πέντε", του οίνου "ανά στάμνον μεστήν" καθώς και του ελαίου γινόταν με σύντομη ευχή αμέσως μετά τη λεγόμενη "λιτή", (έπειτα από τη μεγάλη δέηση), περί το τέλος του εσπερινού. Ακολουθούσε ο τεμαχισμός και η διανομή από τον "κελλαρίτη" που βρίσκονταν στον νάρθηκα ή την λιτή, δηλαδή στο χώρο μεταξύ νάρθηκα και κυρίως ναού, όπου τελούταν η δέηση της "λιτής", εξ ου και η ονομασία του χώρου. Μαζί με τον άρτο διανέμονταν, κατά το Τριώδιο και "ανά εξ ισχάδες ή φοίνικες" (ανά 6 σύκα ξερά ή χουρμάδες) και από "ενός κρασοβολίου οίνος" (ένα ποτήρι κρασί). Το έλαιο που ευλογούνταν πιθανώς χρησιμοποιούνταν στο μεγάλο κανδήλι του τιμώμενου Αγίου.
Ο άρτος, το βασικό στοιχείο τροφής του ανθρώπου, ευλογήθηκε ιδιαίτερα από τον Χριστό. Στην έρημο ο Κύριος ευλόγησε τους πέντε άρτους (και τα δύο ψάρια) και με αυτά χόρτασαν πέντε χιλιάδες άνδρες, χωρίς να υπολογίζονται οι γυναίκες και τα παιδιά. Στο Μυστικό Δείπνο χρησιμοποιεί τον άρτο για να παραδώσει το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στους Εμμαούς, μετά την Ανάστασή Του, τα μάτια των μαθητών ανοίγουν και Τον αναγνωρίζουν κατά την ευλογία και την κλάση του άρτου. 
Ο Χριστός συμβολικά μίλησε για τον παραλληλισμό του άρτου με τον ίδιο τον εαυτό Του, που είναι ο «άρτος της ζωής», ο «άρτος ο ζων», ο «άρτος ο εκ του ουρανού καταβάς» (Ιωάν. στ, 35/51/41).
Ο άρτος συμβολίζει ακόμη την Εκκλησία, καθώς τα μέλη της -οι πιστοί- ήταν πριν διεσπαρμένα όπως το σιτάρι στους αγρούς, αλλά δια του Χριστού συνήχθησαν (συγκεντρώθηκαν) σε ένα σώμα.
Αλλά και εσχατολογικώς, ο άρτος θεωρήθηκε εικόνα της Βασιλείας του Θεού, καθώς οι συμμετέχοντες σ’ αυτήν θα βρίσκονται σε πλήρη κοινωνία με τον Θεό δια της βρώσεως του ουρανίου άρτου, που βρίσκεται στην τράπεζα του Κυρίου: «Μακάριος όστις φάγεται άρτον εν τη Βασιλεία του Θεού» (Λουκ. ιδ,15).Ο άγιος Συμεών Θεσαλονίκης γράφει πως η αρτοκλασία είναι «άνωθεν παραδεδομένη εκ του Σωτήρος αυτού».
Στην τελετή της Αρτοκλασίας, τους πέντε άρτους προσφέρουν οι πιστοί, μαζί με έναν ακόμα πρόσφορο για την Αγία Πρόθεση, φέρνουν επίσης λάδι και κρασί ενώ στο τραπέζι της Αρτοκλασίας ανάβουμε συμβολικά και πέντε κεριά από αγνό μελισσοκέρι. 
Συνήθως οι εορτάζοντες, οι οποίοι προσφέρουν και τα δώρα αυτά στην εκκλησία, συμπληρώνουν προαιρετικά την προσφορά τους με αγνές λαμπάδες για την Αγία Τράπεζα, θυμίαμα, καρβουνάκια και φιτιλάκια για τις καντήλες του ναού και οτιδήποτε άλλο χρησιμοποιείται για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας που θα ακολουθήσει και που εκείνη την ημέρα γίνεται γι' αυτούς ιδιαίτερα που εορτάζουν, 
ενίοτε δε οι εορτάζοντες προσφέρουν και λουλούδια που θα στολίσουν την Αγία Τράπεζα, ή χρήματα, για τις ανάγκες της εκκλησίας τους, για να ευλογηθούν αυτοί και τα σπιτικά τους, ενώ στο τέλος της τελετής παίρνουν έναν ευλογημένο άρτο στο σπίτι τους ο οποίος κόβεται στο γιορτινό τραπέζι, οι δε υπόλοιποι ευλογηθέντες άρτοι διανέμονται στους εκκλησιαζομένους, γεγονός που φανερώνει ακόμη περισσότερο τη σχέση της αρτοκλασίας προς τις παλαιές «αγάπες» των πρώτων χριστιανών.

Εσπερινός


ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Τελείται κάθε απόγευμα. Αναφέρεται στην Δεσποτική η Θεομητορική η μνήμη Αγίου εορτή της επόμενης ημέρας. Είναι δοξολογία-ευχαριστία προς το θεό για την ημέρα που πέρασε και δέηση για το υπόλοιπο του απογεύματος και της νυκτός που θα έρθει.

Σύντομο Τυπικό Εσπερινού
.
Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τελεῖται ἀμέσως μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου. Εἶναι ἡ 1η ἀκολουθία τοῦ 24ώρου.
Ἡ τυπική της τάξη ἔχει, ὡς ἑξῆς:

1. ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ. 
Ὅπως ὅλες οἱ ἀκολουθίες, ἔτσι καὶ ὁ Ἑσπερινὸς ἀρχίζει μὲ τὴν ἐναρκτήρια δοξολογικὴ ἐκφώνηση, ποὺ λέγεται ἀπὸ τὸν ἱερέα. «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

2. ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟΣ
Τρεῖς στίχοι, ποὺ ἀρχίζουν μὲ τὴ φράση: «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν...». Οἱ στίχοι αὐτοί, (ὅπως καὶ ὁ Προοιμιακὸς ψαλμός, ποὺ ἀκολουθεῖ) διαβάζονται ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστη ἢ τὸν Προεστὸ τῆς λατρευτικῆς σύναξης (δηλαδὴ ὁ ἐπίσκοπος ἐφόσον χοροστατεῖ. 
Σήμερα, σύμφωνα μὲ μία νεώτερη συνήθεια, καταλιμπάνεται τὸ «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν...» τὶς ἡμέρες, ποὺ μεσολαβοῦν ἀνάμεσα στὴν ἑορτὴ καὶ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ὅποτε καὶ ἡ ἀνάγνωσή του ἀντικαθίσταται μὲ τὴν ψαλμωδία (τρὶς) τοῦ «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...». Ἡ ἀνάγνωση συνεχίζεται μέχρι τοῦ «Ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα», ὅποτε ἂν ὑπάρχει μεγάλη ἑορτὴ οἱ χοροὶ ψάλλουν τὰ ἀνοιξαντάρια εἰ δὲ μὴ συνεχίζεται ὁ προιμιακὸς μέχρι τέλους. 
Ὁ Προοιμιακὸς ψαλμὸς διαβάζεται καθημερινὰ στὴν ἑσπερινὴ ἀκολουθία καὶ καταλιμπάνεται μόνο κατὰ τὴ διακαινήσιμη ἑβδομάδα (δηλαδὴ αὐτὴ ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Κυριακή του Πάσχα). Τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἡ ἀνάγνωσή του ἀντικαθίσταται μὲ τὴν ψαλμωδία (δεκάκις) τοῦ «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...».

3. ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΠΤΗ (ΤΑ ΕΙΡΗΝΙΚΑ)
Σὲ ὅλα τὰ αἰτήματα τῆς Μεγάλης Συναπτῆς ὁ χορὸς (δηλαδὴ ὁ λαὸς) ἀπαντᾶ στὸν ἱερέα μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς φράσης: «Κύριε, ἐλέησον».

4. ΤΟ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΝ. 

Μὲ τὸν ὅρο Κεκραγάριον δηλώνονται οἱ δύο πρῶτοι στίχοι τοῦ ψαλμοῦ 140 («Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς Σέ...» καὶ «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου...»). Ὡς πρὸς τὴ μουσική του ἀπόδοση, τὸ Κεκραγάριο ἀκολουθεῖ πάντα τὸν τυχόντα ἦχο τοῦ πρώτου ἀπὸ τὰ στιχηρά του.

5. Η ΣΤΙΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΥ. 
Δυστυχῶς, στὴ σημερινὴ λατρευτικὴ πράξη τῶν ἐνοριακῶν ναῶν, κατὰ κανόνα, ἡ Στιχολογία τοῦ Κεκραγαρίου, χάριν συντομίας, παραλείπεται. Ἔτσι, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὸ Κεκραγάριο, ψάλλονται τὰ Στιχηρὰ τοῦ Κεκραγαρίου.

6. ΤΑ ΣΤΙΧΗΡΑ ΤΟΥ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΥ. 
Ἡ λέξη «στιχηρὸν» δηλώνει, κατὰ μία γενικὴ ἔννοια, τὸν ὕμνο, ποὺ ἀκολουθεῖ κάποιο ψαλμικὸ στίχο. «Εἰς τὸ Κύριε Ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους (τάδε) καὶ ψάλλομεν στιχηρὰ προσόμοια (ἢ ἰδιόμελα)...κτλ». Ὁ ἀριθμὸς τῶν στιχηρῶν τοῦ Κεκραγαρίου δὲν εἶναι σταθερός, ἀλλὰ μεταβάλλεται ἀνάλογα μὲ τὴ λειτουργικὴ ἀξία τῆς κάθε ἑσπερινῆς ἀκολουθίας. Πιὸ συγκεκριμένα:
Στὸ Μικρὸ Ἑσπερινὸ τῶν ἀγρυπνιῶν ψάλλονται τέσσερα (4) στιχηρά.
Στοὺς καθ᾿ ἡμέραν Ἑσπερινοὺς (δηλαδὴ ἀπὸ τὴ Δευτέρα μέχρι καὶ τὴν Παρασκευή), καθὼς καὶ στὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Σαββάτου ψάλλονται ἕξι (6) στιχηρά.
Στοὺς Μεγάλους Ἑσπερινοὺς τῶν ἀγρυπνιῶν ψάλλονται ὀκτὼ (8) στιχηρά.
Στὴν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῶν ἀγρυπνιῶν τῆς Κυριακῆς καὶ στοὺς Κατανυκτικοὺς Ἑσπερινοὺς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ψάλλονται δέκα (10) στιχηρά.

Μὲ βάση τὶς ὑποδείξεις αὐτὲς μποροῦμε νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα: «Πόσα στιχηρὰ δικαιοῦται στὴ στιχολογία τοῦ Κεκραγαρίου της ὁ Ἑσπερινὸς τῆς τάδε ἡμέρας;». Τὸ δύσκολο, ὅμως, ἐρώτημα ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετά: «Πῶς μποροῦμε νὰ μοιράσουμε σωστὰ τὰ Στιχηρὰ τοῦ Κεκραγαρίου, ἀνάμεσα στὸν μηναῖο, παρακλητική, τριώδιο κλπ;».

7. ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΟΤΟΚΙΟ ΤΟΥ. 
Ὁ ὅρος «Δοξαστικὸν» δηλώνει, κατὰ μία γενικὴ ἔννοια, τὸν ὕμνο, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ στίχο: «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῶ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι». Ὁ 2ος στίχος («Καὶ νῦν...») ἀκολουθεῖται, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, πάντα ἀπὸ ἕνα ὕμνο, ποὺ ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ, καί, ὡς ἐκ τούτου, ὀνομάζεται Θεοτοκίον. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ψάλλεται στὸ «Δόξα...» τὸ προβλεπόμενο ἰδιόμελο Δοξαστικὸ τῆς ἀκολουθίας καί, ἐν συνεχείᾳ, στὸ στίχο «Καὶ νῦν...» ψάλλεται, κατὰ τὴ σωστὴ τυπικὴ τάξη, «τὸ τυχὸν ὁμόηχον Δογματικὸν Θεοτοκίον», ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων ὅπως ἀναγράφονται στὸ τυπικό.

8. Η ΕΠΙΛΥΧΝΙΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ (ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ).
Ἡ Ἐπιλύχνιος Εὐχαριστία (Φῶς Ἱλαρὸν) ποὺ ψάλλεται ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς στὴν μικρὴ εἴσοδο.

9. ΤΟ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΝ.
 
Ἡ λέξη Προκείμενον (πρὸ + κείμενον) ἢ τὰ καθ᾿ ἡμέραν Προκείμενα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἀνήκουν στὸν ἑβδομαδιαῖο λειτουργικὸ κύκλο καὶ ὡς ἐκ τούτου βρίσκονται καταγεγραμμένα στὸ Ἐγκόλπιον τοῦ Ἀναγνώστου. Εἶναι ἑπτά (7), δηλαδὴ ἕνα γιὰ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας, καὶ ἐναλλάσσονται κυκλικὰ στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ψάλλονται σὲ διαφορετικοὺς ἤχους καὶ ἐπαναλαμβάνονται τρεῖς φορές. Πρὶν ἀπὸ τὴν τρίτη ἐπανάληψή τους, προηγεῖται ἀπὸ αὐτὰ κάποιος ψαλμικὸς στίχος.

10. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Μὲ τὸν ὅρο Ἀναγνώσματα δηλώνονται, γενικά, ὅλα τὰ ἀποσπάσματα τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ ἀναγιγνώσκονται μέσα στὶς λατρευτικὲς συνάξεις τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (ὅπως συμβαίνει, γιὰ παράδειγμα, στὴν περίπτωση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ) ὀνομάζονται ἁπλῶς Ἀναγνώσματα.

Στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ (ὅταν ἔχουμε ἑορτὴ τοῦ ἐτήσιου λειτουργικοῦ κύκλου μὲ ἀκολουθία, ποὺ δικαιοῦται τὴν τέλεση ἀγρυπνίας) ὑπάρχουν τρία (3), κατὰ κανόνα, Ἀναγνώσματα ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,

11. Η ΕΚΤΕΝΗΣ ΑΙΤΗΣΗ («ΕΙΠΩΜΕΝ ΠΑΝΤΕΣ»)
Πρόκειται γιὰ μία αἴτηση τοῦ ἱερέα Ἡ αἴτηση αὐτὴ ὀνομάζεται «Ἐκτενής», Τὰ αἰτήματα τῆς Ἐκτενοῦς λέγονται ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ σὲ αὐτὰ ὁ χορὸς (δηλαδὴ ὁ λαὸς) ἀπαντᾶ μὲ τὴν τριπλῆ ἐπανάληψη τῆς σύντομης φράσης: «Κύριε ἐλέησον».

12. ΤΟ ΚΑΤΑΞΙΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ.
 
Τὸ «Καταξίωσον Κύριε» διαβάζεται ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστη ἢ τὸν Ἐπίσκοπο-Προεστὸ τῆς λατρευτικῆς σύναξης. Ἡ μοναδικὴ διαφοροποίηση τῶν στίχων τῆς Δοξολογίας τοῦ Ὄρθρου, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀντίστοιχους στίχους τοῦ Καταξίωσον Κύριέ της ἑσπερινῆς ἀκολουθίας, ἐντοπίζεται στὴ φράση: «Καταξίωσον Κύριε ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτη ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς...», ὅπου ἡ λέξη: «ἡμέρᾳ» (δοτικὴ πτώση) ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴ λέξη: «ἑσπέρᾳ» (δοτικὴ πτώση), προκειμένου νὰ προσαρμοστεῖ ἐπιτυχῶς τὸ κείμενο στὰ πλαίσια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ.

13. ΤΑ ΠΛΗΡΩΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΙΚΛΙΣΙΑΣ. 
Λέγεται ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὸ «Καταξίωσον Κύριε». Τὸ ὄνομα Πληρωτικὰ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἐναρκτήρια φράση τῆς ἐν λόγῳ αἰτήσεως «Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ». Σὲ ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν Πληρωτικῶν, ποὺ λέγονται ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὁ χορὸς (δηλαδὴ ὁ λαὸς) ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς σύντομης φράσης: «Παράσχου Κύριε». 
Στὸ τέλος τῆς αἴτησης τῶν Πληρωτικῶν, διαβάζεται (πάντα ἀπὸ τὸν ἱερέα) ἡ σπουδαιότερη εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση αὐτῆς τῆς εὐχῆς ὁ ἱερέας εὐλογεῖ τὸ λαὸ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη, λέγοντας: «Εἰρήνη πᾶσι». Ὁ λαὸς ἀπάντα στὴν εὐλογία τοῦ ἱερέα, μὲ τὰ λόγια: «Καὶ τῷ πνεύματί σου». Ἀμέσως μετά, ὁ ἱερέας –μὲ τὰ λόγια: «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν»– ζητᾶ ἀπὸ τὸ λαὸ νὰ «κλίνει» τὸ κεφάλι του, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἱερότερη καὶ σημαντικότερη λατρευτικὴ εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ, δηλαδὴ τὴν εὐχὴ τῆς αἰτήσεως τῶν Πληρωτικῶν. 
Ὁ λαός, ὑπακούοντας ταπεινὰ στὴν προτροπὴ τοῦ ἱερέα, «κλίνει» τὸ κεφάλι του, ἐνῶ, τὴν ἴδια στιγμή, ὁ ἱερέας ἀναγιγνώσκει τὴν εὐχὴ τῆς αἰτήσεως τῶν Πληρωτικῶν, πού, καταλήγει μὲ τὴν Τριαδολογικὴ Ἐκφώνηση: «Εἴη τὸ κράτος τῆς Βασιλείας Σου...». Ἡ εὐχὴ τῶν Πληρωτικῶν, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ χρονικὰ τὴ φράση: «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν», χαρακτηρίζεται ὡς ἡ εὐχὴ τῆς Κεφαλοκλισίας τοῦ Ἑσπερινοῦ ἢ ὡς ἡ Κεφαλοκλιτικὴ εὐχὴ τοῦ Ἑσπερινοῦ.

14. Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ. 
Σήμερα, δυστυχῶς, ἡ Ἀκολουθία τῆς Λιτῆς ἔχει σχεδὸν καταργηθεῖ στὴ λατρευτικὴ πράξη τῶν ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἔχει συνδεθεῖ, μᾶλλον ἐσφαλμένα, μὲ τὴν εὐλογία τῶν ἄρτων (τὴ λεγόμενη, δηλαδή, Ἀρτοκλασία). Μάλιστα, αὐτὴ σύνδεση ἔχει ἐπικρατήσει ὡς ἑξῆς ὁ χορὸς ψάλλει ἕνα ἰδόμελο τῆς λιτῆς καὶ οἱ ἱερεῖς συνοδεύουν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὸ μέσο τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ γίνει ἡ ἀρτοκλασία.

Ἡ εὐλογία τῆς Ἀρτοκλασίας γίνεται μᾶλλον παράτυπα στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου μετὰ ἀπὸ τὴ Μεγάλη Δοξολογία ἢ κατὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας μετὰ ἀπὸ τὸν Τρισάγιο Ὕμνο καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.

15. ΤΑ ΑΠΟΣΤΙΧΑ. 
Πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη ὁμάδα ὕμνων τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ. Τὰ Ἀπόστιχα εἶναι στιχηρὰ (ψάλλονται, δηλαδή, μὲ ἐξαίρεση τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτά, μετὰ ἀπὸ κάποιο ψαλμικὸ στίχο). Τὰ ξεχωρίζουμε εὔκολα μέσα στὰ διάφορα λειτουργικὰ βιβλία, γιατὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχει (γραμμένη μὲ κόκκινα γράμματα) ἡ τυπικὴ ἔνδειξη: «Εἰς τὸν Στίχον ψάλλομεν στιχηρὰ προσόμοια (ἢ ἰδιόμελα)...κτλ». Τὰ Ἀπόστιχα ἔχουν, κατὰ κανόνα, τρία (3) στιχηρά.

16. ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΙΧΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΟΤΟΚΙΟ ΤΟΥ. 
Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Στιχολογία τοῦ Κεκραγαρίου, ἔτσι καὶ οἱ ψαλμικοὶ στίχοι, ποὺ συνοδεύουν τὰ Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ, τελειώνουν μὲ τοὺς δύο (2) γνωστοὺς ἐπείσακτους στίχους («Δόξα...», «Καὶ νῦν...»). τὸ Δόξα τῶν ἀποστίχων τὸ ἀποδίδει ὁ Ἀριστερὸς χορός.

17. Η ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΣ ΕΥΧΗ (ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΕΙΣ). 
Ἡ Ἀπολυτίκιος Εὐχὴ λέγεται καθημερινὰ στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος τὴν ἀπαγγέλλει ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη, ἔχοντας τὸ πρόσωπό του στραμμένο πρὸς τὸ λαό.

18. Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΥ. 
Ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀπολυτίκιο Εὐχὴ (καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Τρισαγίου) ψάλλεται ἢ ἀναγιγνώσκεται ὁ τυχὸν Κανόνας τῆς Θεοτόκου. Σήμερα, δυστυχῶς, ὁ κανόνας τοῦ θεοτοκαρίου Ἔχει σχεδὸν καταργηθεῖ στὴ λατρευτικὴ πράξη τῶν ἐνοριακῶν ναῶν.

19. ΤΟ ΤΡΙΣΑΓΙΟ. 
Ὀνομάζεται Τρισάγιο, γιατὶ ἀρχίζει μὲ τὴν τριπλῆ ἐπανάληψη τοῦ Τρισάγιου ὕμνου: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Εἰδικὰ στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ διαβάζεται, ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστη ἢ τὸν Ἐπίσκοπο-Προεστό, Τὸ Τρισάγιο παρουσιάζει τὴν ἑξῆς τυπικὴ διάταξη: α. «Ἅγιος ὁ Θεός...» (Τρὶς) β. «Δόξα...Καὶ νῦν...» γ. «Παναγία Τριάς...» δ. «Κύριε, ἐλέησον» (τρὶς) ε. «Δόξα...Καὶ νῦν...» στ. «Πάτερ ἡμῶν...» ζ. «Ὅτι Σοῦ ἔστιν...» (ἐκφώνησις ἱερέως).

20. ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ. 
Τὸ Ἀπολυτίκιο εἶναι ὁ σπουδαιότερος ὕμνος κάθε ἀκολουθίας, γιατὶ μέσα σὲ αὐτὸν περιγράφεται συνοπτικὰ τὸ βαθύτερο θεολογικὸ νόημα τῶν διάφορων Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν ἢ προβάλλεται τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ βίου καὶ τῆς προσφορᾶς τῶν ἑορταζόμενων Ἁγίων.

21. Η ΑΠΟΛΥΣΗ. 
Μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια, ὁ ἱερέας (ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ μὲ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ λαὸ) ἀπολύει τοὺς πιστοὺς (δηλαδή, τοὺς κοινοποιεῖ τὸ πέρας τῆς ἀκολουθίας καὶ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἀποχωρήσουν ἀπὸ τὸ ναό), ἐπικαλούμενος τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὅπως ὅλες οἱ ἀκολουθίες ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν καταληκτικὴ ἐκφώνηση: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν...», ποὺ λέγεται, φυσικά, πάντα ἀπὸ τὸν ἱερέα.

orthodoxy

Ὄρθρος τῶν Κυριακῶν

Ὄρθρος σημαίνει τὸ χρονικὸ διάστημα λίγο πρὶν τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. 

Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τὸ 24ωρο ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς νύχτας (θἄπρεπε νὰ λέγεται νυχθήμερο καὶ ὄχι ἡμερόνυχτο). 
Χωρίζεται σὲ 7 καιρούς:
Τρεῖς τῆς νύχτας (Ἑσπέρας, Μεσονύχτιο, Ἐξημέρωμα ἢ Ὄρθρος) καὶ
Τέσσερις τῆς ἡμέρας (Α´ ὥρα, Γ´ ὥρα, Στ´ ὥρα καὶ Θ´ ὥρα).

Στὴν ἐκκλησία Ὄρθρος λέγεται ἡ Ἀκολουθία ποὺ τελεῖται πρὶν τὴ Θεία Λειτουργία. 
Εἶναι δοξολογία στὸ Χριστό, ποὺ Ἐκεῖνος εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἐπίσης παράκληση στὸν Κύριο τοῦ Σύμπαντος μὲ τὴν ἀνατολὴ τῆς καινούργιας ἡμέρας. Συγχρόνως εἶναι ἡ καλύτερη ψυχικὴ προετοιμασία γιὰ τὴ Θεία Λειτουργία (τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων) ποὺ θὰ ἐπακολουθήσει.

Πιὸ πλούσιος εἶναι ὁ Ὄρθρος τῶν Κυριακῶν, ποὺ βασίζεται στὸ μεγάλο γεγονὸς πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ἡ πίστη μας, στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στολίζεται μὲ Ὀκτὼ Ἤχους βυζαντινῆς μουσικῆς ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κάθε ἑβδομάδα.
Ἡ ἐσωτερικὴ οὐσία τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς διακρίνεται γιὰ τὴν ἁπλότητα, τὴν σεμνότητα, τὴν ἱεροπρέπεια καὶ τὸ μυσταγωγικὸ κλίμα, ποὺ δημιουργεῖ τὸ ἄκουσμά της. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ στὴν ἐξωτερική της μορφή, εἶναι φωνητική (ὄχι ἐνόργανη), μονόφωνη (ταυτόχρονη συμψαλμωδία πολλῶν φωνῶν στὴν αὐτὴ ὀξύτητα, στὴν αὐτὴ μελῳδικὴ γραμμὴ –ὄχι πολυφωνική) συνοδευομένη ἀπὸ τὸ λεγόμενο ἰσοκράτημα ἢ «ἴσον». 
Τοῦτο εἶναι ἕνα εἶδος ἁρμονίας, ἁπλό, ἀπερίτεχνο καὶ ἀπερίεργο, λιτὸ καὶ σεμνό, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν βάσιν τῶν τετραχόρδων της μουσικῆς κλίμακας τοῦ ὕμνου (ἢ εἰς τὴν βάσιν ἄλλων ἤχων, ὅταν αὐτοὶ ἐμπλέκονται εἰς τὴν μελῳδίαν), καὶ διασῴζεται διὰ τῆς φωνητικῆς παραδόσεως.
Ὁ σκοπὸς τῆς ἀνωτέρω μουσικῆς εἶναι καθαρὰ λατρευτικὸς καὶ πνευματικὸς καὶ συμβάλλει στὴν λατρευτικὴ ἀνύψωση καὶ κατάνυξη, τελικὰ δὲ καὶ στὴν ψυχικὴ τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ ἦχοι τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς ἐκφράζουν μὲ τὸ ἦθος τους καὶ ὑπηρετοῦν τὰ ἑξῆς εἰδικὰ συναισθήματα εὐσεβείας:

Ὁ Α´ Ἦχος χαρά, λαμπρότητα καὶ μεγαλοπρέπεια. (πρβλ. Πασχαλινοὺς Ὕμνους «Ἀναστάσεως ἡμέρα»)

Ὁ Β´ Ἦχος εἶναι ἱκετευτικὸς καὶ παθητικὸς πρὸς συναίσθηση ἁμαρτωλότητας.
Ὁ Γ´ Ἦχος εἶναι ἐμβατήριος, χαρμόσυνος, ὡς παιάνας νίκης.
Ὁ Δ´ Ἦχος θεωρεῖται τῆς Παναγίας. Ἦχος γλυκύς. (πρβλ. «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου»)
Ὁ πλάγιος τοῦ Α´ Ἦχος εἶναι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Ὁ πλάγιος τοῦ Β´ Ἦχος εἶναι δραματικὸς καὶ λυπηρός, τοῦ Πάθους.
Ὁ πλάγιος τοῦ Γ´ (ὁ λεγόμενος Βαρύς) Ἦχος τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως. (πρβλ. «Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει»)
Ὁ πλάγιος τοῦ Δ´ Ἦχος τοῦ Θεανθρώπου.

Τὰ μέρη τοῦ Ὄρθρου εἶναι δώδεκα:

1. ΕΞΑΨΑΛΜΟΣ

Κατανυκτικὴ ἀνάγνωση (ὅλοι ἱστάμεθα ὄρθιοι), ἕξι ἐκ τῶν 150 ψαλμῶν τοῦ Ψαλτηρίου, τοὺς περισσότερους τῶν ὁποίων ἔγραψε ὁ Δαβίδ. Εἶναι συγχρόνως ὕμνος, δέηση καὶ προφητεία:
3ος: Εἰκονίζει τὴ σταθερὴ ἐλπίδα τῆς ψυχῆς στὸ Θεό.
37ος: Θρῆνος τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν.
62ος: Ἁπαλὴ παρηγορητικὴ πρωινὴ προσευχή.
87ος: Δέηση ψυχῆς τσακισμένης ἀπὸ τὶς συμφορές.
102ος: Προσευχὴ εὐγνωμοσύνης γιὰ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ.
142ος: Θερμὴ παράκληση βοήθειας.

2. ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ
Σύντομα τροπάρια ποὺ περιγράφουν περιληπτικὰ τὴν ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς. Λέγονται ἀπολυτίκια διότι ξεκινοῦν ψαλλόμενα ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸ πρὶν τὴν Ἀπόλυση καὶ μετὰ τὴ φράση τοῦ πρεσβύτη Συμεὼν ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὁ ἱερεύς: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου Δέσποτα...». Συνήθως εἶναι τρία: Τὸ πρῶτο εἶναι τοῦ Ἤχου τῆς ἡμέρας ἀναφερόμενο στὴν Ἀνάσταση, τὸ Δεύτερο στὸν Ἅγιο ποὺ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἑορτάζει καὶ τὸ τρίτο στὴ Θεοτόκο.

3. ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ
Σύντομα τροπάρια τῆς Ἀναστάσεως στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ὀνομάζονται καθίσματα ἐπειδὴ οἱ πιστοὶ ἐκάθοντο γιὰ νὰ κατανοήσουν πιὸ ἄνετα τὰ βαθιὰ νοήματα ποὺ περιέχουν. Καὶ ἀποτελοῦσαν ἀνάπαυλα σὲ Ἀναγνώσεις μακρὲς ἀπὸ τὸ Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ.

4.ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ
Ψάλλονται πάντα σὲ ἦχο Πλάγιο τοῦ Α´. Ἐκφράζουν τὴν κατάπληξη τῶν Ἀγγέλων, τῶν Μυροφόρων καὶ τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὸ Θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ καταλήγουν σὲ ὑμνολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὸ ἐνθουσιῶδες «Ἀλληλούϊα».

5. ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ
Ψαλμοὶ στὸν Ἦχο τῆς ἡμέρας, ποὺ διηγοῦνται τὰ μεγαλεῖα τῆς δημιουργίας καὶ μοιάζουν μὲ σκαλοπάτια ποὺ ἀνεβάζουν τὴ ψυχὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Δημιουργό. Εἶναι ἐμπνευσμένα ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς τῶν Ἀναβαθμῶν (119-133) ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔχουν πάρει πολλὲς ἐκφράσεις.

6. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ἀναγιγνώσκεται μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα, ὅπου ἡ Ἁγία Τράπεζα συμβολίζει τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ ὁ ἱερεὺς τὸν Ἄγγελο ποὺ ἀναγγέλλει τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως «καθήμενος ἐν τοῖς δεξιοις». 
Ὑπάρχουν ἕνδεκα Ἑωθινὰ Εὐαγγέλια. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ὁ ἱερεὺς τὸ περιφέρει ἐντὸς τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ τὸ ἀσπαστοῦν οἱ πιστοί, ἐνῷ ψάλλεται κατανυκτικὰ ὁ 50ος ψαλμὸς τῆς μετανοίας συνήθως στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἀπαγγελθεῖ τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», ἡ Διακήρυξη αὐτὴ τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως καὶ τοῦ Πάθους καθὼς καὶ τοῦ μεγάλου Θαύματος τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ἀποτελεῖ τὸν Θεμέλιο Λίθο τῆς Πίστεώς μας.

7. ΚΑΝΟΝΑΣ
Ψάλλεται στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας καὶ περιέχει τροπάρια Ἀναστάσιμα, Σταυρώσιμα καὶ τῆς Θεοτόκου. Ἂν ἑορτάζεται Ἅγιος ὑπάρχει καὶ κανόνας τοῦ Ἁγίου. Μεσολαβοῦν τὰ Μεσώδια καθίσματα (συνήθως τοῦ Ἁγίου καὶ τοῦ γεγονότος τῆς ἡμέρας καὶ ἐπίκαιρο τροπάριο στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ λεγόμενο Θεοτοκίον) καὶ ἀνάγνωση/ἀπαγγελία τοῦ Ἀναστασίμου κοντακίου καὶ τοῦ οἴκου (ὅλα του ἤχου τῆς ἡμέρας). 
Ἀναφέρονται (κοντάκιον καὶ οἶκος) στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τὶς συνέπειες αὐτῆς, ποὺ εἶναι ἡ Λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀφήνοντας ἔτσι στοὺς ἐκκλησιαζομένους ἕνα ἄρωμα χαρᾶς ἀνακουφίσεως καὶ ἐλπίδας. Καταλήγομε στὸ Συναξάριο, ὅπου ἀπαγγέλλεται τὸ ἑορτολόγιο τῆς ἡμέρας.

8. ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ
Ψάλλονται μεγαλοπρεπῶς συνήθως τὰ πρῶτα τροπάρια (εἱρμοί) τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου...». 
Ἂν εἶναι περίοδος Χριστουγέννων ἢ Κοιμήσεως Θεοτόκου ἢ Τιμίου Σταυροῦ ἢ Ἀναστάσεως ἢ Ὑπαπαντῆς ψάλλονται εἰδικὲς Καταβασίες. Ἔχουν πολλὲς φράσεις ἀπὸ τὴ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ σωτηρία τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τοὺς Φαραώ (ὅταν πέρασαν τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα οἱ Ἰσραηλῖτες μὲ ἐπικεφαλῆς τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μωυσῆ Μαριὰμ τραγούδησαν μὲ τύμπανα καὶ χόρεψαν τὴ σωτηρία τοὺς δοξάζοντας τὸ Θεό), τὴ σωτηρία τῶν τριῶν παίδων ἀπὸ τὴν Κάμινο κ.ἄ. 
Λέγονται καταβασίες διότι συνηθιζόταν οἱ ψάλτες νὰ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ στασίδια καὶ νὰ ψάλουν στὸ μέσον του Ναοῦ ἀτενίζοντας τὴν Ὡραία Πύλη.

9. Θ´ (ἐνάτη) ΩΔΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ἐδῶ τελειώνουν οἱ καταβασίες μὲ τὴν «Τιμιωτέρα» ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Παναγία μὲ στίχους ἀπὸ τὸ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον (ἐπίσκεψη τῆς Θεοτόκου στὴν Ἐλισάβετ), ἐνῷ ὁ ἱερεὺς θυμιατίζει τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὰ Ἱερὰ Εἰκονίσματα καὶ ἕναν-ἕναν ὅλους τοὺς πιστούς.

10. ΕΞΑΠΟΣΤΕΙΛΑΡΙΑ
Σὲ ρυθμὸ περιγραφικὸ καὶ σύντομο ψάλλεται ἡ διήγηση τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι ἕνδεκα, ἀντίστοιχα πρὸς τὰ Εὐαγγέλια. Πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὴ φράση τοῦ Ψαλμοῦ «ὁ ἐξαποστέλλων τὸ φῶς καὶ πορεύεται». Φράση σχετικὴ μὲ τὸν Ὄρθρο.

11. ΑΙΝΟΙ
Ψάλλονται στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ξεκινοῦν μὲ τὸ «Πᾶσα πνοή...» δηλαδὴ καθετὶ ποὺ ἀναπνέει, ὅλοι μας καὶ σὲ κάθε χρονικὴ στιγμὴ ἂς δοξολογοῦμε τὸν Κύριο. Τὰ τροπάρια αὐτὰ περιγράφουν λεπτομέρειες ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ἂν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἑορτὴ συμπληρώνονται μὲ τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Οἱ αἶνοι καταλήγουν στὸ Δοξαστικό. Εἶναι ἀργὸ τροπάριο ποὺ χρωματίζει μὲ τὴν ὡραιότατη μελῳδία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τὴν Ἀναστάσιμη περιγραφὴ τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Φυσικὰ ἔχουμε ἕνδεκα Δοξαστικά. Ἂν εἶναι μεγάλη Ἑορτή, τὸ Ἀναστάσιμο Δοξαστικὸ τῆς Κυριακῆς ἀντικαθίσταται μὲ ἐκεῖνο τῆς Ἑορτῆς.

12. ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ
Ψάλλεται στὸν ἦχο τοῦ Δοξαστικοῦ (σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἢ στὸν ἦχο τῆς ἑβδομάδος), καὶ ἀποτελεῖ τὴν πανηγυρικὴ κατάληξη τοῦ Ὄρθρου. Ἔτσι οἱ χριστιανοὶ πλημμυρισμένοι ἀπὸ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως προσέρχονται μὲ κατάνυξη στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο τῆς Ζωῆς.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὁ 50ος Ψαλμὸς (μετὰ τὸ Ἑωθινὸ Εὐαγγέλιο) ψάλλεται σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ τετάρτου. Ἀκολουθοῦν στὸν ἴδιο ἦχο τὰ δυὸ κατανυκτικὰ τροπάρια «Τῆς μετανοίας ἄνοιξον...» καὶ «Τῆς σωτηρίας εὔθυνον...» καὶ κατόπιν σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν...». Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη καὶ προκαλεῖ ποικίλα συναισθήματα ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ τῶν ἤχων. Υπάρχουν δὲ καὶ εἰδικοὶ κανόνες καθὼς καὶ ὁρισμένες εἰδικὲς καταβασίες κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν.

orthodoxy