Wednesday, 29 June 2016

Εσπερινός


ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ: Τελείται κάθε απόγευμα. Αναφέρεται στην Δεσποτική η Θεομητορική η μνήμη Αγίου εορτή της επόμενης ημέρας. Είναι δοξολογία-ευχαριστία προς το θεό για την ημέρα που πέρασε και δέηση για το υπόλοιπο του απογεύματος και της νυκτός που θα έρθει.

Σύντομο Τυπικό Εσπερινού
.
Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ τελεῖται ἀμέσως μετὰ τὴ δύση τοῦ ἡλίου. Εἶναι ἡ 1η ἀκολουθία τοῦ 24ώρου.
Ἡ τυπική της τάξη ἔχει, ὡς ἑξῆς:

1. ΤΟ ΕΥΛΟΓΗΤΟΣ. 
Ὅπως ὅλες οἱ ἀκολουθίες, ἔτσι καὶ ὁ Ἑσπερινὸς ἀρχίζει μὲ τὴν ἐναρκτήρια δοξολογικὴ ἐκφώνηση, ποὺ λέγεται ἀπὸ τὸν ἱερέα. «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

2. ΠΡΟΟΙΜΙΑΚΟΣ
Τρεῖς στίχοι, ποὺ ἀρχίζουν μὲ τὴ φράση: «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν...». Οἱ στίχοι αὐτοί, (ὅπως καὶ ὁ Προοιμιακὸς ψαλμός, ποὺ ἀκολουθεῖ) διαβάζονται ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστη ἢ τὸν Προεστὸ τῆς λατρευτικῆς σύναξης (δηλαδὴ ὁ ἐπίσκοπος ἐφόσον χοροστατεῖ. 
Σήμερα, σύμφωνα μὲ μία νεώτερη συνήθεια, καταλιμπάνεται τὸ «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν...» τὶς ἡμέρες, ποὺ μεσολαβοῦν ἀνάμεσα στὴν ἑορτὴ καὶ τὴν ἀπόδοση τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, ὅποτε καὶ ἡ ἀνάγνωσή του ἀντικαθίσταται μὲ τὴν ψαλμωδία (τρὶς) τοῦ «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...». Ἡ ἀνάγνωση συνεχίζεται μέχρι τοῦ «Ἀνοίξαντός σου τὴν χεῖρα», ὅποτε ἂν ὑπάρχει μεγάλη ἑορτὴ οἱ χοροὶ ψάλλουν τὰ ἀνοιξαντάρια εἰ δὲ μὴ συνεχίζεται ὁ προιμιακὸς μέχρι τέλους. 
Ὁ Προοιμιακὸς ψαλμὸς διαβάζεται καθημερινὰ στὴν ἑσπερινὴ ἀκολουθία καὶ καταλιμπάνεται μόνο κατὰ τὴ διακαινήσιμη ἑβδομάδα (δηλαδὴ αὐτὴ ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν Κυριακή του Πάσχα). Τὶς ἡμέρες αὐτὲς ἡ ἀνάγνωσή του ἀντικαθίσταται μὲ τὴν ψαλμωδία (δεκάκις) τοῦ «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν...».

3. ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΑΠΤΗ (ΤΑ ΕΙΡΗΝΙΚΑ)
Σὲ ὅλα τὰ αἰτήματα τῆς Μεγάλης Συναπτῆς ὁ χορὸς (δηλαδὴ ὁ λαὸς) ἀπαντᾶ στὸν ἱερέα μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς φράσης: «Κύριε, ἐλέησον».

4. ΤΟ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΝ. 

Μὲ τὸν ὅρο Κεκραγάριον δηλώνονται οἱ δύο πρῶτοι στίχοι τοῦ ψαλμοῦ 140 («Κύριε, ἐκέκραξα πρὸς Σέ...» καὶ «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου...»). Ὡς πρὸς τὴ μουσική του ἀπόδοση, τὸ Κεκραγάριο ἀκολουθεῖ πάντα τὸν τυχόντα ἦχο τοῦ πρώτου ἀπὸ τὰ στιχηρά του.

5. Η ΣΤΙΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΥ. 
Δυστυχῶς, στὴ σημερινὴ λατρευτικὴ πράξη τῶν ἐνοριακῶν ναῶν, κατὰ κανόνα, ἡ Στιχολογία τοῦ Κεκραγαρίου, χάριν συντομίας, παραλείπεται. Ἔτσι, ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὸ Κεκραγάριο, ψάλλονται τὰ Στιχηρὰ τοῦ Κεκραγαρίου.

6. ΤΑ ΣΤΙΧΗΡΑ ΤΟΥ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΥ. 
Ἡ λέξη «στιχηρὸν» δηλώνει, κατὰ μία γενικὴ ἔννοια, τὸν ὕμνο, ποὺ ἀκολουθεῖ κάποιο ψαλμικὸ στίχο. «Εἰς τὸ Κύριε Ἐκέκραξα, ἱστῶμεν στίχους (τάδε) καὶ ψάλλομεν στιχηρὰ προσόμοια (ἢ ἰδιόμελα)...κτλ». Ὁ ἀριθμὸς τῶν στιχηρῶν τοῦ Κεκραγαρίου δὲν εἶναι σταθερός, ἀλλὰ μεταβάλλεται ἀνάλογα μὲ τὴ λειτουργικὴ ἀξία τῆς κάθε ἑσπερινῆς ἀκολουθίας. Πιὸ συγκεκριμένα:
Στὸ Μικρὸ Ἑσπερινὸ τῶν ἀγρυπνιῶν ψάλλονται τέσσερα (4) στιχηρά.
Στοὺς καθ᾿ ἡμέραν Ἑσπερινοὺς (δηλαδὴ ἀπὸ τὴ Δευτέρα μέχρι καὶ τὴν Παρασκευή), καθὼς καὶ στὸν Ἑσπερινὸ τοῦ Σαββάτου ψάλλονται ἕξι (6) στιχηρά.
Στοὺς Μεγάλους Ἑσπερινοὺς τῶν ἀγρυπνιῶν ψάλλονται ὀκτὼ (8) στιχηρά.
Στὴν ἀκολουθία τοῦ Μεγάλου Ἑσπερινοῦ τῶν ἀγρυπνιῶν τῆς Κυριακῆς καὶ στοὺς Κατανυκτικοὺς Ἑσπερινοὺς τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ψάλλονται δέκα (10) στιχηρά.

Μὲ βάση τὶς ὑποδείξεις αὐτὲς μποροῦμε νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα: «Πόσα στιχηρὰ δικαιοῦται στὴ στιχολογία τοῦ Κεκραγαρίου της ὁ Ἑσπερινὸς τῆς τάδε ἡμέρας;». Τὸ δύσκολο, ὅμως, ἐρώτημα ἀκολουθεῖ ἀμέσως μετά: «Πῶς μποροῦμε νὰ μοιράσουμε σωστὰ τὰ Στιχηρὰ τοῦ Κεκραγαρίου, ἀνάμεσα στὸν μηναῖο, παρακλητική, τριώδιο κλπ;».

7. ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΚΡΑΓΑΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΟΤΟΚΙΟ ΤΟΥ. 
Ὁ ὅρος «Δοξαστικὸν» δηλώνει, κατὰ μία γενικὴ ἔννοια, τὸν ὕμνο, ποὺ ἀκολουθεῖ τὸ στίχο: «Δόξα Πατρὶ καὶ Υἱῶ καὶ Ἁγίῳ Πνεύματι». Ὁ 2ος στίχος («Καὶ νῦν...») ἀκολουθεῖται, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, πάντα ἀπὸ ἕνα ὕμνο, ποὺ ἀναφέρεται στὸ πρόσωπο τῆς Παναγίας Μητέρας τοῦ Χριστοῦ, καί, ὡς ἐκ τούτου, ὀνομάζεται Θεοτοκίον. Στὴν περίπτωση αὐτὴ ψάλλεται στὸ «Δόξα...» τὸ προβλεπόμενο ἰδιόμελο Δοξαστικὸ τῆς ἀκολουθίας καί, ἐν συνεχείᾳ, στὸ στίχο «Καὶ νῦν...» ψάλλεται, κατὰ τὴ σωστὴ τυπικὴ τάξη, «τὸ τυχὸν ὁμόηχον Δογματικὸν Θεοτοκίον», ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων ὅπως ἀναγράφονται στὸ τυπικό.

8. Η ΕΠΙΛΥΧΝΙΟΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ (ΦΩΣ ΙΛΑΡΟΝ).
Ἡ Ἐπιλύχνιος Εὐχαριστία (Φῶς Ἱλαρὸν) ποὺ ψάλλεται ἀπὸ τοὺς Ἱερεῖς στὴν μικρὴ εἴσοδο.

9. ΤΟ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΝ.
 
Ἡ λέξη Προκείμενον (πρὸ + κείμενον) ἢ τὰ καθ᾿ ἡμέραν Προκείμενα τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ἀνήκουν στὸν ἑβδομαδιαῖο λειτουργικὸ κύκλο καὶ ὡς ἐκ τούτου βρίσκονται καταγεγραμμένα στὸ Ἐγκόλπιον τοῦ Ἀναγνώστου. Εἶναι ἑπτά (7), δηλαδὴ ἕνα γιὰ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας, καὶ ἐναλλάσσονται κυκλικὰ στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ. Ψάλλονται σὲ διαφορετικοὺς ἤχους καὶ ἐπαναλαμβάνονται τρεῖς φορές. Πρὶν ἀπὸ τὴν τρίτη ἐπανάληψή τους, προηγεῖται ἀπὸ αὐτὰ κάποιος ψαλμικὸς στίχος.

10. ΤΑ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑΤΑ

Μὲ τὸν ὅρο Ἀναγνώσματα δηλώνονται, γενικά, ὅλα τὰ ἀποσπάσματα τῶν βιβλίων τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ποὺ ἀναγιγνώσκονται μέσα στὶς λατρευτικὲς συνάξεις τῆς Ἐκκλησίας. Ὅταν τὰ ἀποσπάσματα αὐτὰ προέρχονται ἀπὸ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (ὅπως συμβαίνει, γιὰ παράδειγμα, στὴν περίπτωση τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ) ὀνομάζονται ἁπλῶς Ἀναγνώσματα.

Στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ (ὅταν ἔχουμε ἑορτὴ τοῦ ἐτήσιου λειτουργικοῦ κύκλου μὲ ἀκολουθία, ποὺ δικαιοῦται τὴν τέλεση ἀγρυπνίας) ὑπάρχουν τρία (3), κατὰ κανόνα, Ἀναγνώσματα ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης,

11. Η ΕΚΤΕΝΗΣ ΑΙΤΗΣΗ («ΕΙΠΩΜΕΝ ΠΑΝΤΕΣ»)
Πρόκειται γιὰ μία αἴτηση τοῦ ἱερέα Ἡ αἴτηση αὐτὴ ὀνομάζεται «Ἐκτενής», Τὰ αἰτήματα τῆς Ἐκτενοῦς λέγονται ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ σὲ αὐτὰ ὁ χορὸς (δηλαδὴ ὁ λαὸς) ἀπαντᾶ μὲ τὴν τριπλῆ ἐπανάληψη τῆς σύντομης φράσης: «Κύριε ἐλέησον».

12. ΤΟ ΚΑΤΑΞΙΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ.
 
Τὸ «Καταξίωσον Κύριε» διαβάζεται ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστη ἢ τὸν Ἐπίσκοπο-Προεστὸ τῆς λατρευτικῆς σύναξης. Ἡ μοναδικὴ διαφοροποίηση τῶν στίχων τῆς Δοξολογίας τοῦ Ὄρθρου, σὲ σχέση μὲ τοὺς ἀντίστοιχους στίχους τοῦ Καταξίωσον Κύριέ της ἑσπερινῆς ἀκολουθίας, ἐντοπίζεται στὴ φράση: «Καταξίωσον Κύριε ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτη ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς...», ὅπου ἡ λέξη: «ἡμέρᾳ» (δοτικὴ πτώση) ἀντικαθίσταται ἀπὸ τὴ λέξη: «ἑσπέρᾳ» (δοτικὴ πτώση), προκειμένου νὰ προσαρμοστεῖ ἐπιτυχῶς τὸ κείμενο στὰ πλαίσια τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ.

13. ΤΑ ΠΛΗΡΩΤΙΚΑ ΚΑΙ Η ΕΥΧΗ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΙΚΛΙΣΙΑΣ. 
Λέγεται ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὸ «Καταξίωσον Κύριε». Τὸ ὄνομα Πληρωτικὰ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἐναρκτήρια φράση τῆς ἐν λόγῳ αἰτήσεως «Πληρώσωμεν τὴν δέησιν ἡμῶν τῷ Κυρίῳ». Σὲ ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν Πληρωτικῶν, ποὺ λέγονται ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὁ χορὸς (δηλαδὴ ὁ λαὸς) ἀπαντᾶ μὲ τὴν ἐπανάληψη τῆς σύντομης φράσης: «Παράσχου Κύριε». 
Στὸ τέλος τῆς αἴτησης τῶν Πληρωτικῶν, διαβάζεται (πάντα ἀπὸ τὸν ἱερέα) ἡ σπουδαιότερη εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ. Πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση αὐτῆς τῆς εὐχῆς ὁ ἱερέας εὐλογεῖ τὸ λαὸ ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη, λέγοντας: «Εἰρήνη πᾶσι». Ὁ λαὸς ἀπάντα στὴν εὐλογία τοῦ ἱερέα, μὲ τὰ λόγια: «Καὶ τῷ πνεύματί σου». Ἀμέσως μετά, ὁ ἱερέας –μὲ τὰ λόγια: «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν»– ζητᾶ ἀπὸ τὸ λαὸ νὰ «κλίνει» τὸ κεφάλι του, σὲ ἔνδειξη σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἱερότερη καὶ σημαντικότερη λατρευτικὴ εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ, δηλαδὴ τὴν εὐχὴ τῆς αἰτήσεως τῶν Πληρωτικῶν. 
Ὁ λαός, ὑπακούοντας ταπεινὰ στὴν προτροπὴ τοῦ ἱερέα, «κλίνει» τὸ κεφάλι του, ἐνῶ, τὴν ἴδια στιγμή, ὁ ἱερέας ἀναγιγνώσκει τὴν εὐχὴ τῆς αἰτήσεως τῶν Πληρωτικῶν, πού, καταλήγει μὲ τὴν Τριαδολογικὴ Ἐκφώνηση: «Εἴη τὸ κράτος τῆς Βασιλείας Σου...». Ἡ εὐχὴ τῶν Πληρωτικῶν, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ χρονικὰ τὴ φράση: «Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν», χαρακτηρίζεται ὡς ἡ εὐχὴ τῆς Κεφαλοκλισίας τοῦ Ἑσπερινοῦ ἢ ὡς ἡ Κεφαλοκλιτικὴ εὐχὴ τοῦ Ἑσπερινοῦ.

14. Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΛΙΤΗΣ. 
Σήμερα, δυστυχῶς, ἡ Ἀκολουθία τῆς Λιτῆς ἔχει σχεδὸν καταργηθεῖ στὴ λατρευτικὴ πράξη τῶν ἐνοριακῶν ναῶν καὶ ἔχει συνδεθεῖ, μᾶλλον ἐσφαλμένα, μὲ τὴν εὐλογία τῶν ἄρτων (τὴ λεγόμενη, δηλαδή, Ἀρτοκλασία). Μάλιστα, αὐτὴ σύνδεση ἔχει ἐπικρατήσει ὡς ἑξῆς ὁ χορὸς ψάλλει ἕνα ἰδόμελο τῆς λιτῆς καὶ οἱ ἱερεῖς συνοδεύουν τὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου στὸ μέσο τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ γίνει ἡ ἀρτοκλασία.

Ἡ εὐλογία τῆς Ἀρτοκλασίας γίνεται μᾶλλον παράτυπα στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου μετὰ ἀπὸ τὴ Μεγάλη Δοξολογία ἢ κατὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας μετὰ ἀπὸ τὸν Τρισάγιο Ὕμνο καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα.

15. ΤΑ ΑΠΟΣΤΙΧΑ. 
Πρόκειται γιὰ τὴ δεύτερη ὁμάδα ὕμνων τῆς ἀκολουθίας τοῦ Ἑσπερινοῦ. Τὰ Ἀπόστιχα εἶναι στιχηρὰ (ψάλλονται, δηλαδή, μὲ ἐξαίρεση τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτά, μετὰ ἀπὸ κάποιο ψαλμικὸ στίχο). Τὰ ξεχωρίζουμε εὔκολα μέσα στὰ διάφορα λειτουργικὰ βιβλία, γιατὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχει (γραμμένη μὲ κόκκινα γράμματα) ἡ τυπικὴ ἔνδειξη: «Εἰς τὸν Στίχον ψάλλομεν στιχηρὰ προσόμοια (ἢ ἰδιόμελα)...κτλ». Τὰ Ἀπόστιχα ἔχουν, κατὰ κανόνα, τρία (3) στιχηρά.

16. ΤΟ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΙΧΩΝ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΟΤΟΚΙΟ ΤΟΥ. 
Ὅπως ἀκριβῶς ἡ Στιχολογία τοῦ Κεκραγαρίου, ἔτσι καὶ οἱ ψαλμικοὶ στίχοι, ποὺ συνοδεύουν τὰ Ἀπόστιχα τοῦ Ἑσπερινοῦ, τελειώνουν μὲ τοὺς δύο (2) γνωστοὺς ἐπείσακτους στίχους («Δόξα...», «Καὶ νῦν...»). τὸ Δόξα τῶν ἀποστίχων τὸ ἀποδίδει ὁ Ἀριστερὸς χορός.

17. Η ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΣ ΕΥΧΗ (ΝΥΝ ΑΠΟΛΥΕΙΣ). 
Ἡ Ἀπολυτίκιος Εὐχὴ λέγεται καθημερινὰ στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ ἀπὸ τὸν ἱερέα, ὁ ὁποῖος τὴν ἀπαγγέλλει ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη, ἔχοντας τὸ πρόσωπό του στραμμένο πρὸς τὸ λαό.

18. Ο ΚΑΝΟΝΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΥ. 
Ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὴν Ἀπολυτίκιο Εὐχὴ (καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Τρισαγίου) ψάλλεται ἢ ἀναγιγνώσκεται ὁ τυχὸν Κανόνας τῆς Θεοτόκου. Σήμερα, δυστυχῶς, ὁ κανόνας τοῦ θεοτοκαρίου Ἔχει σχεδὸν καταργηθεῖ στὴ λατρευτικὴ πράξη τῶν ἐνοριακῶν ναῶν.

19. ΤΟ ΤΡΙΣΑΓΙΟ. 
Ὀνομάζεται Τρισάγιο, γιατὶ ἀρχίζει μὲ τὴν τριπλῆ ἐπανάληψη τοῦ Τρισάγιου ὕμνου: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Εἰδικὰ στὴν ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ διαβάζεται, ἀπὸ τὸν Ἀναγνώστη ἢ τὸν Ἐπίσκοπο-Προεστό, Τὸ Τρισάγιο παρουσιάζει τὴν ἑξῆς τυπικὴ διάταξη: α. «Ἅγιος ὁ Θεός...» (Τρὶς) β. «Δόξα...Καὶ νῦν...» γ. «Παναγία Τριάς...» δ. «Κύριε, ἐλέησον» (τρὶς) ε. «Δόξα...Καὶ νῦν...» στ. «Πάτερ ἡμῶν...» ζ. «Ὅτι Σοῦ ἔστιν...» (ἐκφώνησις ἱερέως).

20. ΤΑ ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ. 
Τὸ Ἀπολυτίκιο εἶναι ὁ σπουδαιότερος ὕμνος κάθε ἀκολουθίας, γιατὶ μέσα σὲ αὐτὸν περιγράφεται συνοπτικὰ τὸ βαθύτερο θεολογικὸ νόημα τῶν διάφορων Δεσποτικῶν καὶ Θεομητορικῶν ἑορτῶν ἢ προβάλλεται τὸ κεντρικὸ σημεῖο τοῦ βίου καὶ τῆς προσφορᾶς τῶν ἑορταζόμενων Ἁγίων.

21. Η ΑΠΟΛΥΣΗ. 
Μετὰ τὰ Ἀπολυτίκια, ὁ ἱερέας (ἀπὸ τὴν Ὡραία Πύλη καὶ μὲ τὸ πρόσωπο πρὸς τὸ λαὸ) ἀπολύει τοὺς πιστοὺς (δηλαδή, τοὺς κοινοποιεῖ τὸ πέρας τῆς ἀκολουθίας καὶ τοὺς ἐπιτρέπει νὰ ἀποχωρήσουν ἀπὸ τὸ ναό), ἐπικαλούμενος τὴν εὐλογία τοῦ Κυρίου καὶ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν ἁγίων. Ἡ ἀκολουθία τοῦ Ἑσπερινοῦ, ὅπως ὅλες οἱ ἀκολουθίες ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν καταληκτικὴ ἐκφώνηση: «Δι᾿ εὐχῶν τῶν Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν...», ποὺ λέγεται, φυσικά, πάντα ἀπὸ τὸν ἱερέα.

orthodoxy

Ὄρθρος τῶν Κυριακῶν

Ὄρθρος σημαίνει τὸ χρονικὸ διάστημα λίγο πρὶν τὴν ἀνατολὴ τοῦ ἡλίου. 

Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση τὸ 24ωρο ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς νύχτας (θἄπρεπε νὰ λέγεται νυχθήμερο καὶ ὄχι ἡμερόνυχτο). 
Χωρίζεται σὲ 7 καιρούς:
Τρεῖς τῆς νύχτας (Ἑσπέρας, Μεσονύχτιο, Ἐξημέρωμα ἢ Ὄρθρος) καὶ
Τέσσερις τῆς ἡμέρας (Α´ ὥρα, Γ´ ὥρα, Στ´ ὥρα καὶ Θ´ ὥρα).

Στὴν ἐκκλησία Ὄρθρος λέγεται ἡ Ἀκολουθία ποὺ τελεῖται πρὶν τὴ Θεία Λειτουργία. 
Εἶναι δοξολογία στὸ Χριστό, ποὺ Ἐκεῖνος εἶναι τὸ Φῶς τοῦ κόσμου καὶ ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι ἐπίσης παράκληση στὸν Κύριο τοῦ Σύμπαντος μὲ τὴν ἀνατολὴ τῆς καινούργιας ἡμέρας. Συγχρόνως εἶναι ἡ καλύτερη ψυχικὴ προετοιμασία γιὰ τὴ Θεία Λειτουργία (τὸ Μυστήριο τῶν Μυστηρίων) ποὺ θὰ ἐπακολουθήσει.

Πιὸ πλούσιος εἶναι ὁ Ὄρθρος τῶν Κυριακῶν, ποὺ βασίζεται στὸ μεγάλο γεγονὸς πάνω στὸ ὁποῖο στηρίζεται ἡ πίστη μας, στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Στολίζεται μὲ Ὀκτὼ Ἤχους βυζαντινῆς μουσικῆς ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο κάθε ἑβδομάδα.
Ἡ ἐσωτερικὴ οὐσία τῆς βυζαντινῆς ἐκκλησιαστικῆς μουσικῆς διακρίνεται γιὰ τὴν ἁπλότητα, τὴν σεμνότητα, τὴν ἱεροπρέπεια καὶ τὸ μυσταγωγικὸ κλίμα, ποὺ δημιουργεῖ τὸ ἄκουσμά της. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ στὴν ἐξωτερική της μορφή, εἶναι φωνητική (ὄχι ἐνόργανη), μονόφωνη (ταυτόχρονη συμψαλμωδία πολλῶν φωνῶν στὴν αὐτὴ ὀξύτητα, στὴν αὐτὴ μελῳδικὴ γραμμὴ –ὄχι πολυφωνική) συνοδευομένη ἀπὸ τὸ λεγόμενο ἰσοκράτημα ἢ «ἴσον». 
Τοῦτο εἶναι ἕνα εἶδος ἁρμονίας, ἁπλό, ἀπερίτεχνο καὶ ἀπερίεργο, λιτὸ καὶ σεμνό, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν βάσιν τῶν τετραχόρδων της μουσικῆς κλίμακας τοῦ ὕμνου (ἢ εἰς τὴν βάσιν ἄλλων ἤχων, ὅταν αὐτοὶ ἐμπλέκονται εἰς τὴν μελῳδίαν), καὶ διασῴζεται διὰ τῆς φωνητικῆς παραδόσεως.
Ὁ σκοπὸς τῆς ἀνωτέρω μουσικῆς εἶναι καθαρὰ λατρευτικὸς καὶ πνευματικὸς καὶ συμβάλλει στὴν λατρευτικὴ ἀνύψωση καὶ κατάνυξη, τελικὰ δὲ καὶ στὴν ψυχικὴ τελειοποίηση τοῦ ἀνθρώπου.
Οἱ ἦχοι τῆς Βυζαντινῆς Μουσικῆς ἐκφράζουν μὲ τὸ ἦθος τους καὶ ὑπηρετοῦν τὰ ἑξῆς εἰδικὰ συναισθήματα εὐσεβείας:

Ὁ Α´ Ἦχος χαρά, λαμπρότητα καὶ μεγαλοπρέπεια. (πρβλ. Πασχαλινοὺς Ὕμνους «Ἀναστάσεως ἡμέρα»)

Ὁ Β´ Ἦχος εἶναι ἱκετευτικὸς καὶ παθητικὸς πρὸς συναίσθηση ἁμαρτωλότητας.
Ὁ Γ´ Ἦχος εἶναι ἐμβατήριος, χαρμόσυνος, ὡς παιάνας νίκης.
Ὁ Δ´ Ἦχος θεωρεῖται τῆς Παναγίας. Ἦχος γλυκύς. (πρβλ. «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου»)
Ὁ πλάγιος τοῦ Α´ Ἦχος εἶναι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.
Ὁ πλάγιος τοῦ Β´ Ἦχος εἶναι δραματικὸς καὶ λυπηρός, τοῦ Πάθους.
Ὁ πλάγιος τοῦ Γ´ (ὁ λεγόμενος Βαρύς) Ἦχος τῆς ἐνδόξου Μεταμορφώσεως. (πρβλ. «Μετεμορφώθης ἐν τῷ ὄρει»)
Ὁ πλάγιος τοῦ Δ´ Ἦχος τοῦ Θεανθρώπου.

Τὰ μέρη τοῦ Ὄρθρου εἶναι δώδεκα:

1. ΕΞΑΨΑΛΜΟΣ

Κατανυκτικὴ ἀνάγνωση (ὅλοι ἱστάμεθα ὄρθιοι), ἕξι ἐκ τῶν 150 ψαλμῶν τοῦ Ψαλτηρίου, τοὺς περισσότερους τῶν ὁποίων ἔγραψε ὁ Δαβίδ. Εἶναι συγχρόνως ὕμνος, δέηση καὶ προφητεία:
3ος: Εἰκονίζει τὴ σταθερὴ ἐλπίδα τῆς ψυχῆς στὸ Θεό.
37ος: Θρῆνος τῆς ψυχῆς γιὰ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτιῶν.
62ος: Ἁπαλὴ παρηγορητικὴ πρωινὴ προσευχή.
87ος: Δέηση ψυχῆς τσακισμένης ἀπὸ τὶς συμφορές.
102ος: Προσευχὴ εὐγνωμοσύνης γιὰ τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ.
142ος: Θερμὴ παράκληση βοήθειας.

2. ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ
Σύντομα τροπάρια ποὺ περιγράφουν περιληπτικὰ τὴν ὑπόθεση τῆς ἑορτῆς. Λέγονται ἀπολυτίκια διότι ξεκινοῦν ψαλλόμενα ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸ πρὶν τὴν Ἀπόλυση καὶ μετὰ τὴ φράση τοῦ πρεσβύτη Συμεὼν ποὺ ἐπαναλαμβάνει ὁ ἱερεύς: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου Δέσποτα...». Συνήθως εἶναι τρία: Τὸ πρῶτο εἶναι τοῦ Ἤχου τῆς ἡμέρας ἀναφερόμενο στὴν Ἀνάσταση, τὸ Δεύτερο στὸν Ἅγιο ποὺ ἐκείνη τὴν ἡμέρα ἑορτάζει καὶ τὸ τρίτο στὴ Θεοτόκο.

3. ΚΑΘΙΣΜΑΤΑ
Σύντομα τροπάρια τῆς Ἀναστάσεως στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ὀνομάζονται καθίσματα ἐπειδὴ οἱ πιστοὶ ἐκάθοντο γιὰ νὰ κατανοήσουν πιὸ ἄνετα τὰ βαθιὰ νοήματα ποὺ περιέχουν. Καὶ ἀποτελοῦσαν ἀνάπαυλα σὲ Ἀναγνώσεις μακρὲς ἀπὸ τὸ Ψαλτήριον τοῦ Δαβίδ.

4.ΕΥΛΟΓΗΤΑΡΙΑ
Ψάλλονται πάντα σὲ ἦχο Πλάγιο τοῦ Α´. Ἐκφράζουν τὴν κατάπληξη τῶν Ἀγγέλων, τῶν Μυροφόρων καὶ τῶν Ἀποστόλων γιὰ τὸ Θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ καταλήγουν σὲ ὑμνολογία τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ τὸ ἐνθουσιῶδες «Ἀλληλούϊα».

5. ΑΝΑΒΑΘΜΟΙ
Ψαλμοὶ στὸν Ἦχο τῆς ἡμέρας, ποὺ διηγοῦνται τὰ μεγαλεῖα τῆς δημιουργίας καὶ μοιάζουν μὲ σκαλοπάτια ποὺ ἀνεβάζουν τὴ ψυχὴ πρὸς τὸν οὐράνιο Δημιουργό. Εἶναι ἐμπνευσμένα ἀπὸ τοὺς Ψαλμοὺς τῶν Ἀναβαθμῶν (119-133) ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔχουν πάρει πολλὲς ἐκφράσεις.

6. ΕΩΘΙΝΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ
Ἀναγιγνώσκεται μέσα στὸ Ἱερὸ Βῆμα, ὅπου ἡ Ἁγία Τράπεζα συμβολίζει τὸν Πανάγιο Τάφο καὶ ὁ ἱερεὺς τὸν Ἄγγελο ποὺ ἀναγγέλλει τὸ χαρμόσυνο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως «καθήμενος ἐν τοῖς δεξιοις». 
Ὑπάρχουν ἕνδεκα Ἑωθινὰ Εὐαγγέλια. Μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου ὁ ἱερεὺς τὸ περιφέρει ἐντὸς τοῦ Ναοῦ γιὰ νὰ τὸ ἀσπαστοῦν οἱ πιστοί, ἐνῷ ψάλλεται κατανυκτικὰ ὁ 50ος ψαλμὸς τῆς μετανοίας συνήθως στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἀπαγγελθεῖ τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», ἡ Διακήρυξη αὐτὴ τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως καὶ τοῦ Πάθους καθὼς καὶ τοῦ μεγάλου Θαύματος τῆς Ἀναστάσεως ποὺ ἀποτελεῖ τὸν Θεμέλιο Λίθο τῆς Πίστεώς μας.

7. ΚΑΝΟΝΑΣ
Ψάλλεται στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας καὶ περιέχει τροπάρια Ἀναστάσιμα, Σταυρώσιμα καὶ τῆς Θεοτόκου. Ἂν ἑορτάζεται Ἅγιος ὑπάρχει καὶ κανόνας τοῦ Ἁγίου. Μεσολαβοῦν τὰ Μεσώδια καθίσματα (συνήθως τοῦ Ἁγίου καὶ τοῦ γεγονότος τῆς ἡμέρας καὶ ἐπίκαιρο τροπάριο στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, τὸ λεγόμενο Θεοτοκίον) καὶ ἀνάγνωση/ἀπαγγελία τοῦ Ἀναστασίμου κοντακίου καὶ τοῦ οἴκου (ὅλα του ἤχου τῆς ἡμέρας). 
Ἀναφέρονται (κοντάκιον καὶ οἶκος) στὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ τὶς συνέπειες αὐτῆς, ποὺ εἶναι ἡ Λύτρωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους, ἀφήνοντας ἔτσι στοὺς ἐκκλησιαζομένους ἕνα ἄρωμα χαρᾶς ἀνακουφίσεως καὶ ἐλπίδας. Καταλήγομε στὸ Συναξάριο, ὅπου ἀπαγγέλλεται τὸ ἑορτολόγιο τῆς ἡμέρας.

8. ΚΑΤΑΒΑΣΙΕΣ
Ψάλλονται μεγαλοπρεπῶς συνήθως τὰ πρῶτα τροπάρια (εἱρμοί) τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου...». 
Ἂν εἶναι περίοδος Χριστουγέννων ἢ Κοιμήσεως Θεοτόκου ἢ Τιμίου Σταυροῦ ἢ Ἀναστάσεως ἢ Ὑπαπαντῆς ψάλλονται εἰδικὲς Καταβασίες. Ἔχουν πολλὲς φράσεις ἀπὸ τὴ Παλαιὰ Διαθήκη καὶ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴ σωτηρία τῶν Ἑβραίων ἀπὸ τοὺς Φαραώ (ὅταν πέρασαν τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα οἱ Ἰσραηλῖτες μὲ ἐπικεφαλῆς τὴν ἀδελφὴ τοῦ Μωυσῆ Μαριὰμ τραγούδησαν μὲ τύμπανα καὶ χόρεψαν τὴ σωτηρία τοὺς δοξάζοντας τὸ Θεό), τὴ σωτηρία τῶν τριῶν παίδων ἀπὸ τὴν Κάμινο κ.ἄ. 
Λέγονται καταβασίες διότι συνηθιζόταν οἱ ψάλτες νὰ κατεβαίνουν ἀπὸ τὰ στασίδια καὶ νὰ ψάλουν στὸ μέσον του Ναοῦ ἀτενίζοντας τὴν Ὡραία Πύλη.

9. Θ´ (ἐνάτη) ΩΔΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ἐδῶ τελειώνουν οἱ καταβασίες μὲ τὴν «Τιμιωτέρα» ποὺ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Παναγία μὲ στίχους ἀπὸ τὸ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον (ἐπίσκεψη τῆς Θεοτόκου στὴν Ἐλισάβετ), ἐνῷ ὁ ἱερεὺς θυμιατίζει τὴν Ἁγία Τράπεζα, τὰ Ἱερὰ Εἰκονίσματα καὶ ἕναν-ἕναν ὅλους τοὺς πιστούς.

10. ΕΞΑΠΟΣΤΕΙΛΑΡΙΑ
Σὲ ρυθμὸ περιγραφικὸ καὶ σύντομο ψάλλεται ἡ διήγηση τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Εἶναι ἕνδεκα, ἀντίστοιχα πρὸς τὰ Εὐαγγέλια. Πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὴ φράση τοῦ Ψαλμοῦ «ὁ ἐξαποστέλλων τὸ φῶς καὶ πορεύεται». Φράση σχετικὴ μὲ τὸν Ὄρθρο.

11. ΑΙΝΟΙ
Ψάλλονται στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ξεκινοῦν μὲ τὸ «Πᾶσα πνοή...» δηλαδὴ καθετὶ ποὺ ἀναπνέει, ὅλοι μας καὶ σὲ κάθε χρονικὴ στιγμὴ ἂς δοξολογοῦμε τὸν Κύριο. Τὰ τροπάρια αὐτὰ περιγράφουν λεπτομέρειες ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ Πάθους καὶ τῆς Ἀναστάσεως στὸν ἦχο τῆς ἡμέρας. Ἂν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἑορτὴ συμπληρώνονται μὲ τροπάρια τῆς ἑορτῆς. Οἱ αἶνοι καταλήγουν στὸ Δοξαστικό. Εἶναι ἀργὸ τροπάριο ποὺ χρωματίζει μὲ τὴν ὡραιότατη μελῳδία τῆς βυζαντινῆς μουσικῆς τὴν Ἀναστάσιμη περιγραφὴ τοῦ Ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου. Φυσικὰ ἔχουμε ἕνδεκα Δοξαστικά. Ἂν εἶναι μεγάλη Ἑορτή, τὸ Ἀναστάσιμο Δοξαστικὸ τῆς Κυριακῆς ἀντικαθίσταται μὲ ἐκεῖνο τῆς Ἑορτῆς.

12. ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ
Ψάλλεται στὸν ἦχο τοῦ Δοξαστικοῦ (σύμφωνα μὲ τὸ Τυπικὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἢ στὸν ἦχο τῆς ἑβδομάδος), καὶ ἀποτελεῖ τὴν πανηγυρικὴ κατάληξη τοῦ Ὄρθρου. Ἔτσι οἱ χριστιανοὶ πλημμυρισμένοι ἀπὸ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως προσέρχονται μὲ κατάνυξη στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο τῆς Ζωῆς.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὁ 50ος Ψαλμὸς (μετὰ τὸ Ἑωθινὸ Εὐαγγέλιο) ψάλλεται σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ τετάρτου. Ἀκολουθοῦν στὸν ἴδιο ἦχο τὰ δυὸ κατανυκτικὰ τροπάρια «Τῆς μετανοίας ἄνοιξον...» καὶ «Τῆς σωτηρίας εὔθυνον...» καὶ κατόπιν σὲ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν...». Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη καὶ προκαλεῖ ποικίλα συναισθήματα ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ τῶν ἤχων. Υπάρχουν δὲ καὶ εἰδικοὶ κανόνες καθὼς καὶ ὁρισμένες εἰδικὲς καταβασίες κατὰ τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν.

orthodoxy

Tuesday, 28 June 2016

Ιδιόμελον ή Αυτόμελον

Επίσημα Ιδιόμελον ή Αυτόμελον Τροπάριο ονομάζεται στην εκκλησιαστική υμνολογία συνηθέστερα το τροπάριο ή ο ύμνος που έχει ιδιαίτερη (δική του), μελωδική γραμμή, δηλαδή δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη γενική μελωδία άλλων ύμνων όπως πολλοί ύμνοι της Βυζαντινής Υμνογραφίας σε αντίθεση με το Προσόμοιο τροπάριο που ακολουθεί το μέλος άλλων ύμνων, εν προκειμένω ιδιομέλων, όπως συμβαίνει π.χ. σε κοντάκια ή σε ειρμούς των κανόνων.
Τα Ιδιόμελα δεν δεσμεύονται από μετρικούς ή τονικούς κανόνες με συνέπεια ν΄ αναπτυχθούν ως ανεξάρτητα μουσικά άσματα, με ωραίες μελωδικές φράσεις
Τα ωραιότερα και καλλίτερα των ιδιομέλων είναι εκείνα που ψέλνονται τα απογεύματα των Κυριακών της Μεγάλης Σαρακοστής, λεγόμενα και Απόστιχα Εσπερινού, τα οποία παρουσιάζουν κατανυκτικό ύφος σε αρχαία μελωδική γραμμή. 
Αυτά τα συγκεκριμένα αποτελούν συνθέσεις του Ιακώβου του Πρωτοψάλτου.

Τα ιδιόμελα περιέχονται στα Στιχηράρια, (= χειρόγραφοι εκκλησιαστικοί μουσικοί κώδικες), και είναι ύμνοι γραμμένοι ιδιαίτερα για το θέμα που αναφέρονται.

Τροπάριο

Τροπάριο ή Τροπάριον ονομάζεται ο σύντομος εκκλησιαστικός θριαμβικός κυρίως ύμνος.

Τροπάρια στην εκκλησιαστική υμνολογία ονομάζονται τα διάφορα μικρά άσματα που ψάλλονται στις διάφορες εκκλησιαστικές ακολουθίες. 
Το όνομά τους προέρχεται από τους Εβδομήκοντα και από συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας.
Η αρχή καθιέρωσης αυτών ανάγεται στον 4-5ο αιώνα και αρχαιότεροι ποιητές αυτών φέρονται οι Άνθιμος και Τιμοκλής που άκμασαν στη Κωνσταντινούπολη και των οποίων όμως τα τροπάρια δεν διασώθηκαν. 
Από τους καλλίτερους όμως του είδους αυτού της εκκλησιαστικής ποίησης φέρονται ο Κύριλλος ο Αλεξανδρεύς, ο Ανατόλιος κ.ά.

Τα τροπάρια γενικά είναι ποιητικά κείμενα χωρίς ομοιοκαταληξία, γι' αυτό μοιάζουν με πεζά κείμενα, δεν ακολουθούν συνήθως τονικό ρυθμικό λόγο (υπάρχουν και ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις) και διακρίνονται σε πολλά είδη αναλόγως του περιεχομένου, του χρόνου που ψάλλονται στις ακολουθίες, του μέλους (μουσικής) αυτών και των στίχων τους:

Α) Κατά περιεχόμενο, τα τροπάρια διακρίνονται στα:
Αναστάσιμα
Μαρτυρικά:
τροπάρια που εξυμνούν έναν ή περισσότερους μάρτυρες.
Νεκρώσιμα
Θεοτόκια
Εξαποστειλάρια

Β) Κατά το χρόνο (στιγμή) που ψάλλονται, τα τροπάρια διακρίνονται στα:
Εωθινά και
Απολυτίκια

Γ) Κατά το μέλος αυτών, τα τροπάρια διακρίνονται σε
Αυτόμελα, ή Ιδιόμελα: από μουσική άποψη, τα τροπάρια που έχουν πρωτότυπο μέλος.
Προσόμοια: Αυτά που δεν έχουν πρωτότυπο μέλος αλλά ακολουθούν το μέλος άλλων τροπαρίων.
Οίκους και
Καθίσματα

Δ) Κατά τους στίχους που προτάσσονται αυτών, τα τροπάρια διακρίνονται σε:

Απόστιχα
Δοξαστικά
Μεγαλυνάρια
Στιχηρά
και άλλα.

Υπάρχουν επίσης τροπάρια για τον εσπερινό, τον όρθρο και την λειτουργία, για κάθε ημέρα της εβδομάδος και για κάθε εορτή. 
Τα τροπάρια περιλαμβάνονται στα λειτουργικα βιβλια της Εκκλησίας που είναι σήμερα σε χρήση, όπως Παρακλητική, Μηναία, Ωρολόγιον και άλλα. 
Το εκκλησιαστικό βιβλίο που καθορίζει πόσα και ποια τροπάρια ψάλλονται σε κάθε ακολουθία ονομάζεται Τυπικό.

Τέλος στην εκκλησιαστική υμνολογία, το σύστημα τροπαρίων που περιέχει ωδές ονομάζεται «Κανόνας», η δε πρότυπος στροφή με την οποία και ψάλλονται οι στροφές των κανόνων λέγεται ειρμός.

Monday, 27 June 2016

Άμφια


Ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα μ.Χ., παράλληλα με τὴν διαμόρφωση ξεχωριστῶν χώρων γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας χρησιμοποιοῦνται στὴν ἀνατολὴ καὶ εἰδικὰ ἄμφια γιὰ τοὺς ἱερεῖς. Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἀκριβὴ προέλευσή τους, τὰ ἱερατικὰ ἄμφια θὰ διατηρήσουν κάποια ἰδιαιτερότητα στὸ χρῶμα καὶ τὴν ἐξέλιξή τους, ὥστε νὰ ἀποτελέσουν εἰδικὰ ἄμφια γιὰ τὸν κλῆρο. 
Ὡστόσο, τὰ ἱερατικὰ ἄμφια στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν ἀποτελοῦν ἁπλὰ τελετουργικὰ ἐνδύματα, ἀλλὰ καὶ σύμβολα ποὺ ἐκφράζουν ἔννοιες πνευματικές. 
Ὁ συμβολισμὸς ἐξάλλου ὑπῆρξε ἀρχαιότατη συνήθεια τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη καὶ ὁ ἱερέας φορώντας τὰ ἄμφια τὴν ὥρα τῆς λειτουργίας διαφοροποιεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους πιστοὺς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του.
Ἡ θεολογικὴ σημασία τῶν ἀμφίων, ἡ ὁποία ὑπαγόρευσε τὴ χρήση τους, εἶναι ὅτι ὁ Λειτουργὸς δὲν τελεῖ ἀφ᾿ ἑαυτοῦ τὰ μυστήρια, ἀλλὰ δυνάμει Χριστοῦ καὶ τῆς Ἱερωσύνης τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποία κατέχει διὰ τῆς χειροτονίας «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ», «ἐνδεδυμένος τὴν τῆς Ἱερατείας χάριν».
Διατηροῦν κατὰ βάση τὴν παλαιά τους μορφὴ καὶ μὲ αὐτὰ διακρίνονται οἱ ἐπὶ μέρους βαθμοὶ τῆς Ἱερωσύνης. Εἶναι ἑπτά, κατὰ τὸν τύπο τῶν ἑπτὰ χαρισμάτων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ τὸν ἱερὸ ἀριθμὸ τῆς πληρότητας. Κατανέμονται ἀναλόγως στοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς Ἱερωσύνης:

Στὸ Διάκονο τρία γιὰ τὸ ἱερὸ τοῦ ἀριθμοῦ
(1) Στιχάριο, 
(2) Ὀράριο, στὴ θέση τοῦ Ἐπιτραχηλίου καὶ 
(3) Ἐπιμανίκια.

Στὸν Πρεσβύτερο πέντε κατὰ τὸν ἀριθμὸ τῶν πέντε αἰσθήσεων 
(1) Στιχάριο, 
(2) Ἐπιτραχήλιο, 
(3) Ἐπιμανίκια, 
(4) Ζώνη καὶ 
(5) Φελώνιο.

Στὸν Ἐπίσκοπο ἑπτὰ γιὰ τὴν πληρότητα τῆς Ἱερωσύνης: 
Τὰ τέσσερα πρῶτα τοῦ Πρεσβυτέρου καὶ 
(5) Ἀρχιερατικὸ σάκκο (ἀντὶ φελωνίου), 
(6) Ἐπιγονάτιο καὶ 
(7) Ὠμοφόριο. 
Γιὰ ἔξαρση τοῦ ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος προστέθηκαν βαθμηδόν: ὁ ἐπιστήθιος Σταυρός, τὸ Ἀρχιερατικὸ Ἐγκόλπιο, ἡ Ποιμαντικὴ Ράβδος καὶ ἡ Μίτρα. Τὴν ποιμαντορικὴ ράβδο τὴ χρησιμοποιοῦν καὶ οἱ Ἡγούμενοι τῶν Σταυροπηγιακῶν Μονῶν, ἐνῶ στοὺς Πρεσβύτερους δίνονται σὰν ὀφφίκια - ἰδιαίτερες τιμητικὲς διακρίσεις - ὁ ἐπιστήθιος Σταυρὸς καὶ τὸ Ἐπιγονάτιο. Στὴ Ρωσία Μίτρα χωρὶς μικρὸ Σταυρὸ στὴν κορυφὴ φέρουν καὶ οἱ Ἀρχιμανδρίτες.
Τὸ θεολογικὸ - συμβολικὸ νόημα κάθε ἀμφίου ἐκφράζεται κατὰ κανόνα - γιὰ τοὺς περισσότερους ὑπομνηστὲς τῆς θείας Λατρείας - μὲ τοὺς ψαλμικοὺς στίχους ποὺ λέγει ὁ κάθε Λειτουργὸς τὴν ὥρα ποὺ ἐνδύεται. Τὸ χρῶμα τῶν ἀμφίων προσδιορίζεται ὅπως καὶ τὸ τῆς Ἁγίας Τραπέζης, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι δυνατό.

Τὰ ἄμφια τοῦ Πρεσβυτέρου:
1. Στιχάριο. 
2. Ἐπιτραχήλιο.
3. Φελώνιο. 
4. Ζώνη. 
5. Ἐπιμανίκια. 
6. Ἐπιγονάτιο.

α. Τὸ Στιχάριο. 
Εἶναι ποδήρης χιτώνας κοινὸς γιὰ τοὺς τρεῖς βαθμοὺς τῆς Ἱερωσύνης μὲ φαρδιὰ μανίκια. Εἶναι ἐσωτερικὴ ἐνδυμασία τῶν ἱερέων. Τὸ χρῶμα του εἶναι συνήθως λευκό, σύμβολο τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς πνευματικῆς χαρᾶς. Συμβολίζει τὴ φωτεινὴ τῶν Ἀγγέλων περιβολὴ καὶ τὸ καθαρὸ καὶ ἀμόλυντο τῆς ἱερατικῆς τάξεως, καθαρότητα γιὰ τὴν ὁποία οἱ Λειτουργοὶ καταξιοῦνται τῆς θείας Χάρης. Αὐτὸ μαρτυρεῖ καὶ τὸ Γραφικὸ χωρίο ποὺ λέγουν κατὰ τὴν ἔνδυσή τους: «Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ, ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου...». Τὸ ἀρχιερατικὸ στιχάριο εἶναι διακοσμημένο μάλιστα μὲ «ποταμούς», οἱ ὁποῖοι ἐξεικονίζουν τὰ χαρίσματα τῆς διδασκαλίας.

β. Τὸ Ὀράριο. 
Προέρχεται ἀπὸ τὸ λατινικὸ orare = προσεύχεσθαι. Εἶναι ταινία ὑφάσματος ποὺ φέρεται στὸν ἀριστερὸ ὦμο, (μὲ τὰ ἄκρα ἕνα ἐμπρὸς καὶ ἕνα πίσω) καὶ γραμμένο σ᾿ αὐτὸ τὸ Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος. Ἐξεικονιζει τὶς πτέρυγες τῶν Ἀγγέλων, ἐφ᾿ ὅσον «οἱ Διάκονοι... εἰς διακονίαν ἀποστελλόμενοι προστρέχουσιν».

γ. Τὰ Ἐπιμανίκια. 
Μὲ αὐτά, κοινὰ καὶ γιὰ τοὺς τρεῖς βαθμούς, συγκρατοῦνται τὰ ἄκρα τοῦ Στιχαρίου μαζὶ μὲ τὰ λοιπὰ ἐνδύματα τοῦ Λειτουργοῦ. Εἰκονίζουν τὴν παντοδύναμη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν Τιμίων Δώρων ποὺ προσφέρονται μὲ τὰ χέρια τοῦ Ἱερουργοῦ. Γι᾿ αὐτὸ λέγουν τὰ ψαλμικὰ χωρία: «Ἡ δεξιά σου χείρ, Κύριε, δεδόξασται ἐν ἰσχύϊ...» «Αἱ χεῖρές σου ἐποίησάν με καὶ ἔπλασάν με...». Συμβολίζουν καὶ τὰ δεσμὰ τοῦ Κυρίου μὲ τὰ ὁποῖα δεμένος ὁδηγήθηκε πρὸς τὸν Πιλᾶτο.

δ. Τὸ Ἐπιτραχήλιο. 
Εἶναι σὰν τὸ Ὀράριο, φέρεται στὸν τράχηλο ἀπὸ τοὺς Πρεσβυτέρους καὶ Ἐπισκόπους καὶ ἔχει καὶ τὰ δύο ἄκρα ἐμπρός. Εἰκονίζει τὴν ἄνωθεν κατερχόμενη χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Γι᾿ αὐτὸ ἐνδυόμενοι αὐτὸ λέγουν: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ὁ ἐκχέων τὴν Χάριν ἐπὶ τοὺς Ἱερεῖς Αὐτοῦ...». Τὰ κρόσσια ποὺ ὑπάρχουν στὸ κάτω ἄκρο του συμβολίζουν τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ποιμνίου τους, γιὰ τὶς ὁποῖες εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ θὰ λογοδοτήσουν κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς κρίσεως. Χωρὶς Ἐπιτραχήλιο καμία ἱεροπραξία δὲν μπορεῖ νὰ τελεστεῖ.

ε. Ἡ Ζώνη. 
Ἡ ζώνη τὴν ὁποία φέρει ὁ Πρεσβύτερος καὶ ὁ Ἐπίσκοπος γιὰ νὰ συγκρατεῖ τὰ ἄμφια, ἀποτελεῖ σταθερὴ ὑπόμνηση τῆς πνευματικῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς εὐθύνης τους. Συμβολίζει τὴν ἑτοιμότητα ποὺ πρέπει νὰ ἔχουν γιὰ τὴν ἀπόκρουση καθενὸς ἐναντίου κατὰ τὴν προτροπὴ τοῦ Κυρίου: «ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι...» (Λουκ. ιβ´, 35).

στ. Τὸ Φαιλόνιο. 
Εἶναι ἔνδυμα ἀρχαϊκῆς μορφῆς χωρὶς χειρίδες καὶ φέρεται ἀπὸ τὴν κεφαλή. Συμβολίζει τὸν ἄρραφο χιτώνα τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἐπίγεια Ἐκκλησία. Ὅπως ὁ χιτώνας εἶναι ἄρραφος καὶ ἕνα τεμάχιο, ἔτσι πρέπει καὶ ἡ Ἐκκλησία νὰ εἶναι ΜΙΑ. Ὅταν εἶναι λευκό, συμβολίζει τὴν καθαρότητα καὶ φωτεινότητα τῆς Θείας Χάριτος. Ὅταν χρησιμοποιεῖται πορφυρό, κατὰ τὸν Ἅγιο Γερμανὸ Κωνσταντινουπόλεως, τὸ φαιλόνιο εἰκονίζει τὴν πορφύρα μὲ τὴν ὁποία ἐνέπαιζαν τὸν Κύριό μας, γεγονὸς τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ ἔχει κατὰ νοῦν πάντοτε ὁ Πρεσβύτερος.

ζ. Τὸ Ἐπιγονάτιο. 
Εἶναι ρομβοειδὲς ὕφασμα ἐξαρτώμενο ἀπὸ τὴ ζώνη μὲ παράσταση τὸ νιπτῆρα τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου ἢ τὴν Ἀνάσταση. Τὸ φέρει ὁ Ἀρχιερέας καὶ κάθε ὀφφικιοῦχος πρεσβύτερος. Εἰκονίζει τὸ λέντιο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Κύριος ἔπλυνε τὰ πόδια τῶν Μαθητῶν Του. Συμβολίζει καὶ τὴν πνευματικὴ μάχαιρα «ἐν ᾧ δυνήσεσθε πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι... καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμα Θεοῦ» (Ἐφ. στ´, 17). Κατὰ τὸν Ἅγιο Συμεὼν Θεσσαλονίκης, συμβολίζει τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Γι᾿ αὐτὸ ἐνδυόμενοι οἱ Λειτουργοὶ λέγουν: «Περίζωσαι τὴν ῥομφαίαν σου ἐπὶ τὸν μηρόν σου, Δυνατέ...».

η. Ὁ Ἀρχιερατικὸς σάκκος. 
Αὐτὸς ἀντικατέστησε στὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας τὸ πολυσταύριο φελώνιο τοῦ Ἐπισκόπου, ποὺ ἔγινε κατ᾿ ἀπομίμηση τοῦ αὐτοκρατορικοῦ σάκκου. Διατήρησε ὅμως τὸ συμβολισμὸ τοῦ φελονίου, καθ᾿ ὅσον ὁ Ἀρχιερέας εἰκονίζει τὸν Χριστό. Τὸ ὄνομα τοῦ σάκκου προέρχεται ἀπὸ τὴν ἑβραϊκὴ λέξη «σὰκ» καὶ σημαίνει τὸ ἔνδυμα τῆς μετάνοιας καὶ ταπεινώσεως. Οἱ κωδωνίσκοι τοῦ σάκκου ἐξεικονίζουν τοὺς δώδεκα κωδωνίσκους τοῦ Ἀαρὼν καὶ συμβολίζουν τὸ διδακτικὸ καὶ κηρυκτικὸ ἔργο τοῦ Ἀρχιερέα, σὲ ἀνάμνηση εἰδικῶς τοῦ Ἀρχιερέως Ἀαρών.

θ. Ἡ Ποιμαντικὴ ράβδος.
 
Εἶναι σύμβολο τῆς ποιμαντικῆς, πνευματικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἐπισκόπου. Στὸ ἄνω μέρος φέρει τὸν Τίμιο Σταυρὸ μεταξὺ δύο ὄφεων, γιὰ νὰ ὑπενθυμίζει τὴ ρήση τοῦ Κυρίου «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. ι´, 16). Ὑπενθυμίζει ἐπίσης καὶ τὴν ἄλλη ῥήση: «γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί».


Τὰ ἄμφια καὶ τὰ  ἐμβλήματα τοῦ Ἐπισκόπου:
1. Στιχάριο, 
2. Ἐπιτραχήλιο,
3. Σάκκος, 
4. Ζώνη (δὲν φαίνεται),
5. Ἐπιμανίκια, 
6. Ἐπιγονάτιο,
7. Ὠμοφόριο, 
8. Ἐγκόλπιο+Σταυρός,
9. Ἀρχιερατικὴ μίτρα,
10. Ποιμαντικὴ ράβδος,
11. Δικηροτρίκηρα.

ι. Τὸ Ὠμοφόριο. 
Εἶναι ταινία ὑφάσματος σταυρουμένη στὸ στῆθος μὲ τὰ δύο ἄκρα τὸ ἕνα ἐμπρὸς καὶ τὸ ἄλλο πίσω. Συμβολίζει τὸ πλανηθὲν πρόβατο ποὺ ὁ Χριστὸς ἔφερε ἐπὶ τῶν ὤμων Του. Γι᾿ αὐτὸ συνίσταται νὰ εἶναι κατασκευασμένο μὲ μαλλὶ προβάτου. Ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος γίνεται μιμητὴς τοῦ ἀγαθοῦ καὶ μεγάλου Ποιμένος Χριστοῦ. Μέχρι καὶ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ἀποστόλου, ὁ Ἐπίσκοπος φέρει τὸ μεγάλο Ὠμοφόριο (ὡς στὴν εἰκόνα). Μετὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ἕως τὸ πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας φέρει τὸ μικρὸ (μὲ τὰ δύο ἄκρα ἐμπρός), τὸ ὁποῖο φέρει καὶ σ᾿ ὅλες τὶς λοιπὲς ἀκολουθίες.

ια. Ἡ Ἀρχιερατικὴ Μίτρα. 
Ἔχει τὴν ἀρχή της στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Συμβολίζει τὸν ἀκάνθινο στέφανο, ἀλλὰ καὶ τὸ Βασιλικὸ ἀξίωμα τοῦ Κυρίου, δεδομένου ὅτι ὁ Ἀρχιερέας εἶναι ζῶσα εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἐκκλησία Του. Ἡ χρήση της ἐπεκτάθηκε μετὰ τὸν 16ο αἰώνα.

ιβ. Τὸ Ἀρχιερατικὸ Ἐγκόλπιο. 
Ἐξαρτᾶται μὲ χρυσὴ ἁλυσίδα ἀπὸ τὸ λαιμὸ στὸ στῆθος τοῦ Ἀρχιερέα. Καθιερώθηκε τὸ ἔτος 1856 μὲ Βασιλικὸ Διάταγμα σὰν διακριτικὸ γνώρισμα τοῦ Ἀρχιερατικοῦ ἀξιώματος. Συμβολίζει τὴ σφραγίδα καὶ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως. Στὸ ὠοειδὲς σχῆμα του εἰκονίζεται ὁ Χριστὸς μὲ τὸ δεξὶ χέρι εὐλογῶν, καὶ στὸ ἀριστερὸ κρατῶν Εὐαγγέλιο.

ιγ. Τὰ Δικηροτρίκηρα.
 
Πρόκειται γιὰ τὶς βάσεις μὲ τὰ δύο καὶ τὰ τρία κεριὰ ποὺ κρατᾶ ὁ Ἀρχιερέας καὶ μὲ τὰ ὁποῖα εὐλογεῖ τὸ λαό. Τὰ δίκηρα συμβολίζουν τὶς δύο φύσεις τοῦ Κυρίου. Τὰ τρίκηρα συμβολίζουν τὴν Ἁγία Τριάδα. Μ᾿ αὐτὰ σφραγίζει τὸ Εὐαγγέλιο κατὰ τὴν ψαλμωδία τοῦ Τρισαγίου Ὕμνου καὶ μετὰ εὐλογεῖ τὸ λαό.

ιδ. Ὁ Ἀρχιερατικὸς Μανδύας. 
Ἄμφιο πολυτελοῦς κατασκευῆς, φέρεται ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα ὅταν χοροστατεῖ, στὶς Ἱεροπραξίες ποὺ δὲν ἀπαιτεῖται πλήρης στολή, π.χ. κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ὄρθρου. Θεωρεῖται αὐτοκρατορικῆς προελεύσεως. Εἶναι διακοσμημένος μὲ «ποταμούς» ποὺ ἀποτελοῦν καὶ αὐτοὶ ἔκφραση τοῦ διδασκαλικοῦ ἀξιώματος.

Ἄλλα ἐμβλήματα ποὺ φέρονται ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ τοὺς πρεσβυτέρους μὲ τὸ κατάλληλο ὀφίκκιο, εἶναι ὁ ἐγκόλπιος Σταυρὸς καὶ τὸ ἐπιρριπτάριο. Ὁ Σταυρὸς ἔχει τὴν προέλευσή του στὰ φυλακτὰ ποὺ φοροῦσαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί. Τὸ ἐπιρριπτάριο θεωρεῖται σύμβολο τῆς μοναχικῆς ὑπακοῆς καὶ ταπεινοφροσύνης.

Οἱ Λειτουργοὶ φοροῦν «ἅπασαν» τὴν ἱερατική τους στολὴ κατὰ τὴ Θεία Λειτουργία καὶ σ᾿ ὁρισμένες ἄλλες ἀκολουθίες προσδιοριζόμενες ἀπὸ τὸ «Τυπικό», ὅπως στὴν τέλεση τῆς Προσκομιδῆς, στὸν Ὄρθρο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, τοῦ Πάσχα καὶ τῆς Πεντηκοστῆς. 
Σὲ ὅλες τὶς ἄλλες τελετὲς Μυστηρίων, εἰσόδους τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ ἀναγνώσεις τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ὄρθρου, φοροῦν Ἐπιτραχήλιο καὶ Φελόνιο ὁ Πρεσβύτερος, Ἐπιτραχήλιο καὶ Ὠμοφόριο ὁ Ἐπίσκοπος καὶ Στιχάριο καὶ Ὀράριο ὁ Διάκονος. Σὲ ἄλλες ἀκολουθίες μικρότερης σπουδαιότητας ὁ Ἱερέας φέρει μόνο τὸ Ἐπιτραχήλιο.
Ὅσον ἀφορᾶ στὴν κοινὴ καθημερινὴ κληρικὴ περιβολή, αὐτὴ περιλαμβάνει τὸ ράσο καὶ τὸ καλυμμαύχιο, ποὺ ἀρχικὰ εἶχε τὴ μορφὴ χαμηλοῦ, μαλακοῦ καὶ ἀφελοῦς καλογηρικοῦ σκούφου ἀπὸ μαλλὶ σὲ χρῶμα μαῦρο.

Παραστάσεις στὰ ἄμφια
Τὰ θέματα ποὺ παριστάνονται στὰ ἱερατικὰ ἄμφια εἶναι ἀνάλογα μὲ τὸν ἰδιαίτερο συμβολισμό τους, ἐνῷ δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι ὀλόλευκα, μονόχρωμα, δίχως ἢ μὲ ἐλάχιστη σταυροειδὴ διακόσμηση.
Στὸ ἐπιτραχήλιο παριστάνονται σκηνὲς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Ἀποστόλων, Μαρτύρων καὶ Ἱεραρχῶν, στὸ ἐπιγονάτιο ἡ Κάθοδος τοῦ Κυρίου στὸν Ἅδη καὶ στὸν σάκκο ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος.
Ἰδιαίτερη ἀξία ἔχουν οἱ ἐπιγραφὲς ἀπὸ λειτουργικὰ κείμενα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ συναντᾶμε κεντημένες πάνω στὰ ἄμφια καὶ σχετίζονται καὶ αὐτὲς μὲ τὸν συμβολισμὸ κάθε ἀμφίου, ὅπως ἡ ἀρχὴ τοῦ τρισάγιου ὕμνου « Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος», ποὺ βρίσκεται κεντημένη στὸ ὀράριο τοῦ διακόνου.

Ἡ Κατασκευὴ τῶν ἀμφίων
Τὰ ἄμφια εἶναι κεντητὰ ἢ ὑφαντά. Τὰ κεντητὰ εἶναι συνήθως πολυτιμότερα διότι παρουσιάζουν μεγάλο πλοῦτο στὴν τεχνικὴ τοῦ κεντήματος καὶ διότι τὶς περισσότερες φορὲς χρησιμοποιοῦν πολύτιμη πρώτη ὕλη, ὅπως χρυσὸ ἢ ἀργυρὸ σύρμα καὶ διακόσμηση μὲ πολύτιμους λίθους. Ἀπὸ τὸν 17ο αἰώνα καὶ μετά, τὸ ὑψηλὸ κόστος ὁδήγησε στὴν σταδιακὴ ἐγκατάλειψη τῶν χρυσοκέντητων ἀμφίων.
Ἡ ὕφανση τῶν πολύτιμων ἀμφίων στοὺς βυζαντινοὺς χρόνους γινόταν σὲ εἰδικὰ ἐργαστήρια ὑφαντουργίας τῆς αὐτοκρατορίας. Ἰδιαίτερα ὅμως γινόταν σὲ γυναικεῖα μοναστήρια, ποὺ συνέχισαν τὴν ἐργασία τους αὐτὴ καὶ στὴν περίοδο τῆς τουρκοκρατίας. Τὰ χρώματα ποὺ προτιμοῦσαν ἦσαν φωτεινὰ γιὰ τὶς τελετὲς σὲ χαρούμενες ἡμέρες καὶ σκοτεινὰ γιὰ τὶς τελετὲς σὲ πένθιμες ἡμέρες. Ὡς τόσον, εἶναι γεγονὸς ὅτι στὰ ἱερατικὰ ἄμφια ἐπικρατοῦσε γενικῶς τὸ λευκὸ χρῶμα ὡς σύμβολο ἁγνότητας καὶ πνευματικῆς χαρᾶς. Ἀκόμη καὶ τὸ γνωστό μας ράσο ἦταν ἀρχικῶς λευκό.
Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Ῥωμανίας σῴζεται δυστυχῶς μόνον ἕνας μικρὸς ἀριθμὸς ἀμφίων. Ἀπὸ τοὺς μεταβυζαντινοὺς χρόνους ἔχουν διασωθεῖ πολλὰ καὶ χαρακτηριστικὰ δείγματα. Αὐτὰ φυλλάσονται σὲ μουσεῖα, στὰ Πατριαρχεῖα, στὶς μονὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, σὲ μητροπόλεις καὶ σὲ μοναστήρια ὅλων τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Τὰ ἄμφια αὐτὰ ἀποτελοῦν ἀνεκτίμητο ὑλικὸ γιὰ τὴν σπουδὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ τέχνης, καθὼς ἐπίσης τῆς ὑφαντουργίας καὶ τῆς μικροτεχνίας στὴ βυζαντινὴ καὶ μεταβυζαντινὴ περίοδο.

Saturday, 7 May 2016

Ευχέλαιο

Το Άγιον Ευχέλαιον

ΤΟ ΚΕΊΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ
   
Το Ευχέλαιο είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας, το οποίο τελείται στο Ναό η στο σπίτι για την ίαση σωματικών και ψυχικών ασθενειών. Το Ευχέλαιο της Μ. Τετάρτης δεν έχει κάποια μαγική επενέργεια στην πνευματική μας ζωή, αλλά είναι μια άρρηκτη αλυσίδα μαζί με τα άλλα Μυστήρια στα οποία θα πρέπει να συμμετέχουμε, π.χ. Εξομολόγηση, Θεία Κοινωνία.

Η σύσταση του Μυστηρίου
Η σύσταση του ευχελαίου, όπως και των υπόλοιπων μυστηρίων, ανάγεται στην Καινή Διαθήκη και μάλιστα την Καθολική Επιστολή Ιακώβου (έ 14-15). 
Απόδοση στην νεοελληνική: Είναι κάποιος από σας άρρωστος; Να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας να προσευχηθούν γι’ αυτόν και να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου. Και η προσευχή που γίνεται με πίστη θα σώσει τον άρρωστο· ο Κύριος θα τον κάνει καλά. Κι αν έχει αμαρτίες, θα του τις συγχωρέσει.

Έτσι, η αποστολική παραγγελία αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία θεμελιώθηκε η πίστη και η τελετουργική πράξη της Εκκλησίας. Τελετουργοί του φιλανθρώπου τούτου μυστηρίου είναι οι πρεσβύτεροι της Εκκλησίας, προσκαλούμενοι για τον σκοπό αυτό στην οικία του αρρώστου χριστιανού. Πλησίον του ασθενούς προσεύχονται θερμά. Επικαλούνται τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος για να ευλογηθεί το λάδι που παρατίθεται. Και στη συνέχεια αλείφουν τον άρρωστο χριστιανό με το ευλογημένο πλέον έλαιο. Η επάλειψη με το ευλογημένο έλαιο, σώζει τον άρρωστο.

Η τέλεση του Μυστηρίου
Η ακολουθία του ευχελαίου τελείται «εις ίασιν ψυχής τε και σώματος». Σύμφωνα με τη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η σωματική ασθένεια θεωρείται ως ο πικρός καρπός της αμαρτίας. Οποιαδήποτε ασθένεια, ως διαταραχή της αρμονικής λειτουργίας του σώματος, οφείλεται σε πνευματικά αίτια και κυρίως στη διαταραχή των σχέσεων του ανθρώπου με τον Θεό. Στα ιερά κείμενα δεν παρουσιάζεται μόνο η στενή σύνδεση της ασθένειας με την αμαρτία αλλά συγχρόνως υποδεικνύεται και ο τρόπος της θεραπείας: η ειλικρινής μετάνοια και η επιστροφή στον Θεό.

Τα ορατά στοιχεία του Ευχελαίου
Για την τέλεση του μυστηρίου τοποθετείται πάνω σε κάποιο τραπέζι το ευαγγέλιο, μικρή εικόνα του Χριστού, κανδήλα αναμμένη και δοχείο με αλεύρι, δίπλα στο οποίο ανάβονται επτά κεριά. Η κανδήλα πρέπει να είναι καθαρή και μέσα τοποθετείται αγνό λάδι, ένδειξη καθαρής και ολοπρόθυμης προσφοράς στον Θεό. Γι’ αυτό και ο καλός Σαμαρείτης στην ομώνυμη παραβολή, περιποιείται στοργικά τον τραυματία ρίχνοντας στις πληγές του λάδι και κρασί. Το λάδι, μετά τις ευχές των ιερέων, δεν είναι πια κοινό λάδι· όπως και στη βάπτιση: το νερό της κολυμβήθρας, μετά τις ευχές του λειτουργού, δεν είναι πια κοινό νερό.

Στο τέλος της ακολουθίας γίνεται η χρίση με το αγιασμένο έλαιο. Χρίεται σταυροειδώς το μέτωπο, το σαγόνι, οι δύο παρειές και τα χέρια μέσα στην παλάμη και στο εξωτερικό τους μέρος. Μ’ αυτή την χρίση, ζητούμε από τον Κύριο να θεραπεύσει το πνεύμα, τις σκέψεις και ολόκληρο τον εσωτερικό μας κόσμο. Ακόμη, να δίνει δύναμη σ’ εκείνα τα μέλη του σώματος με τα οποία κάνουμε τις περισσότερες πράξεις· (π.χ. τα χέρια είναι τα μέλη που εκτελούν τις εντολές του μυαλού μας).

Παρεξηγημένες εκδοχές του Μυστηρίου

1. Πρώτα απ όλα, ορισμένοι θεωρούν ότι με την συγχωρητική ευχή του ευχελαίου αναπληρώνουν την εξομολόγηση, που δεν κάνουν για διάφορους λόγους. 
Η συγχωρητική ευχή του ευχελαίου δεν καταργεί την εξομολόγηση. Η συγχώρηση των αμαρτιών, που παρέχεται στο μυστήριο του ευχελαίου, δεν αναφέρεται στα αμαρτήματα που γνωρίζουμε και δεν εξομολογούμαστε, αλλά σε όσα μικρά ξεχάσαμε η αγνοούμε. Διότι κανένα μυστήριο της Εκκλησίας δεν αναιρεί το άλλο, αλλά το ένα συμπληρώνει το άλλο μέσα στο μεγάλο «μυστήριο» της Εκκλησίας.

2. Μία άλλη παρεξήγηση συμβαίνει με το αλεύρι, που χρησιμοποιείται για τη στήριξη των κεριών. 
Ορισμένοι πιστοί δεν αρκούνται στη χρίση με το αγιασμένο έλαιο, αλλά ζητούν και αλεύρι για διάφορες χρήσεις: να το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι του παιδιού τους «για να δείξει ο Θεός το τυχερό τους», η «για να φύγει το κακό από το σπίτι», η για να το αραιώσουν με νερό και να το πιεί ο ασθενής. Επειδή τα παραπάνω εγγίζουν τη δεισιδαιμονία, πρέπει να τονίσουμε ότι το μυστήριο ονομάζεται ευχέλαιο και όχι «ευχάλευρο». Εκείνο που αγιάζεται είναι το λάδι και όχι το αλεύρι.

3. Υπάρχει και μία άλλη παρεξήγηση, που συνιστά σύγχυση του σκοπού του ευχελαίου. 
Πολλοί ζητούν ευχέλαιο για να εγκαινιάσουν το καινούργιο τους σπίτι η το κατάστημα. Για τα σπίτια, τα καταστήματα, τα οχήματα και όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν οι αντίστοιχες αγιαστικές πράξεις. Ακόμη, δεν είναι και λίγοι εκείνοι που ζητούν από τον ιερέα να τελέσει αγιασμό και ευχέλαιο μαζί, πράγμα που δείχνει σύγχυση και παρεξήγηση. Λες και χρειάζεται περισσότερες από μία αγιαστικές πράξεις για να ζητήσουμε τη χάρη του Θεού.

4. Μία άλλη παρεξήγηση συνδέεται με την αντίληψη ότι το ευχέλαιο αφορά τους ετοιμοθάνατους και όσους γενικά βρίσκονται στην τελική φάση της ασθενείας τους. 
Παρατηρείται άλλοτε μία αποφυγή τελέσεως του ευχελαίου από το φόβο μήπως προκληθεί η επισπευσθεί ο θάνατος του ασθενή. Ο φόβος αυτός, όμως, είναι αδικαιολόγητος. Οι συγγενείς φοβούνται να το πουν στον ασθενή. Ο ασθενής φοβάται να το ζητήσει. Το ευχέλαιο είναι για την υγεία και τη ζωή. Για υγεία και ζωή μιλούν όλες οι αιτήσεις και οι ευχές του μυστηρίου.

Τέλος, είναι δυνατό να διατυπωθεί και μία ένσταση: γιατί δεν θεραπεύει πάντοτε; Το μυστήριο του Ευχελαίου δεν συστάθηκε για να καταργεί κάθε ασθένεια, τον θάνατο και την ιατρική επιστήμη. Πολλές φορές φέρνει έμμεση θεραπεία. Άλλωστε, η θεραπεία εξαρτάται από την πίστη του ανθρώπου. Η ίδια χάρη παρέχεται σε όλους· όλοι όμως δεν θεραπεύονται. Η θεραπεία μπορεί να μην είναι πάντοτε για το ευρύτερο συμφέρον του ανθρώπου. Παραμένει για να παιδαγωγήσει ίσως τον ασθενή και να τον οδηγήσει με βεβαιότητα στην εν Χριστώ σωτηρία· όποτε και πάλι επιτυγχάνεται ο απώτερος σκοπός του μυστηρίου.

Απαραίτητα υλικά
Για το Ευχέλαιο απαραιτήτως χρειάζονται τα παρακάτω:
α) ένα κανδήλι με λάδι ελιάς (και λίγο κόκκινο κρασί, ΟΧΙ νερό)
β) θυμιατό και θυμίαμα
γ) εικόνα του Χριστού η της Παναγίας η κάποιου Αγίου
δ) μία κούπα με αλεύρι προκειμένου έπειτα να ζυμωθεί και να γίνει πρόσφορο
ε) επτά (7) κεράκια όσα είναι και τα Ευαγγέλια που θα αναγνωσθούν στο Ευχέλαιο
στ) τα ονόματα « υπέρ υγείας» των επιτελούντων το Ευχέλαιο
ζ) μία θρυαλλίδα (μπατονέτα) για τη χρίση του αγίου ελαίου.
Το αγιασμένο έλαιο φυλάσσεται και δεν πετιέται! Πρέπει να καίγεται στο κανδήλι μέχρι τέλους. Μετά την πλήρη καύση, η καντηλήθρα και όσα χρησιμοποιηθούν για το καθάρισμα του έσωθεν περιεχομένου, καίγονται σε ασφαλή τόπο.


Οι περισσότερες δυστυχώς αναφορές που υπάρχουν στο διαδίκτυο αποπροσανατολίζουν παρά διαφωτίζουν και ενημερώνουν για το μυστήριο του ευχελαίου. Το Ιερό Ευχέλαιο είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας.

Για να ξεκαθαρίσουμε λίγο το τοπίο να πούμε ότι το Ευχέλαιο ΔΕΝ το κάνουμε:

Α) για να μας πάνε καλά τα πράγματα
Β) γιατί έχουμε αναποδιές
Γ) για το καλό... 
Δ) γιατί είναι ένας ακόμα λόγος να μαζευτούμε και να καλέσουμε κόσμο, να φάμε και να πιούμε (μετά την τέλεση του -αφού έτσι «βγάλαμε» την «υποχρέωση» και άρα είμαστε εντάξει)
Ε) για κοινωνικούς λόγους
Στ) γιατί έκανε και ο γείτονας
Ζ) γενικά γιατί έχουμε κάτι σημαντικό (εξετάσεις στο σχολείο, ταξίδι, αγώνα κλπ)
Η) για να κοινωνήσουμε χωρίς να εξομολογηθούμε, αφού ούτως ή άλλως συγχωρητική ευχή διαβάζει ο Ιερέας.

Πότε και γιατί το κάνουμε;

Το ιερό Μυστήριο του Ευχελαίου γίνεται κυρίως σε περιπτώσεις ασθενειών γι αυτό και Ο Ιερέας εύχεται: 
«Πάτερ Άγιε, ιατρέ των ψυχών καί των σωμάτων... ίασαι τον δούλον Σου... έκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής καί ψυχικής ασθενείας…»
Η πρώτη μας κίνηση είναι να συζητήσουμε το πρόβλημα ή το ζήτημα που μας απασχολεί με τον Ιερέα ή ακόμα καλύτερα με τον πνευματικό μας. Μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να μας προτείνει τι είναι καλύτερο να γίνει αναφορικά με το πρόβλημα που θα του αναφέρουμε (αγιασμός, ευχή, λειτουργία, ευχέλαιο, εξομολόγηση κλπ).
Όπως όταν έχουμε ένα πρόβλημα υγείας και μετά από εξέταση στον γιατρό αυτός μονό μας συστήνει την κατάλληλη θεραπεία και φάρμακο, έτσι ακριβώς και στην περίπτωση του Ευχελαίου. Μόνο ο Ιερέας μπορεί να μας πει.

Απαιτείται κάποια προετοιμασία;
Βεβαίως. Πρέπει να προηγηθεί εξομολόγηση και νηστεία. Πρέπει να καθαριστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα πρωτύτερα και να προσκαλέσουμε τουλάχιστον 2 Ιερείς για την τέλεση του. (επτά Ιερείς τελούν κανονικά το μυστήριο του Ευχελαίου. 
Επτά είναι καί τα Αποστολικά καί Ευαγγελικά αναγνώσματα, επτά είναι καί οί ευχές -ό αριθμός επτά σημαίνει πληρότητα). Κατ’ οικονομία σε έκτακτες περιπτώσεις μπορεί να γίνει και από έναν Ιερέα μόνο.
Αυτοί που θα προσκαλεστούν να παραστούν (συγγενείς, φίλοι) στο Ιερό Ευχέλαιο πρέπει να έχουν επίγνωση του μυστηρίου, διάθεση να συμπροσευχηθούν και να παρακαλέσουν απλά και ταπεινά. Πρέπει δε να έχουμε υπόψη μας την ευαγγελική ρήση 
«Ούχ ως εγώ θέλω, άλλ' ως Σύ» καθώς και την Κυριακή προσευχή «γενηθήτω το θέλημα Σου…» και τέλος να ζητάμε πρωτίστως την ίαση της ψυχής και μετά του σώματος.
Που είναι γραμμένο και ποιος μας λέει για το Ευχέλαιο;
Στην επιστολή του Ιακώβου. O Απόστολος Ιάκωβος, o Aδελφόθεος, στην επιστολή του λέει: «Εάν κάποιος είναι άρρωστος, να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας να προσευχηθούν γι' αυτόν καί να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου…» (Ίακ. ε', 13-15).
«Ασθενεί τις εν υμίν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν τω ονόματι του Κυρίου·…»

Τελικά τι δείχνει και τι σημαίνει το Ιερό Ευχέλαιο;
Μα, την άπειρη αγάπη της Εκκλησίας μας προς τον ασθενούντα συνάνθρωπο μας. Την διάθεση, το ενδιαφέρον την ουσιαστική βοήθεια και την συμμετοχή στον ανθρώπινο πόνο. Συμπάσχει, συμπροσεύχεται, εύχεται, ελπίζει στην ίαση του ασθενούς με την παράκληση προς στον Κύριο Ιησού Χριστό.

orthodox-answers.blogspot.gr / 

Αγιασμός

Λίγα λόγια γενικά
Η Αγία μας Εκκλησία εκτός από τα επτά Μυστήρια δια των οποίων χαρίζεται, μετοχετεύεται, προσφέρεται και παρέχεται η αγιαστική Χάρις του Αγίου Πνεύματος έχει και κάποιες άλλες τελετές με τις οποίες παρέχεται χάρις, ευλογία, θεραπεία και πνευματική ωφέλεια στους πιστούς αλλά και στην κτίση ολόκληρη.

Μεταξύ αυτών είναι και ο Αγιασμός των Υδάτων, Ακολουθία που με τις ευχές που περιέχει, ο Ιερέας παρακαλεί τον Θεό όπως το νερό αγιασθεί και αποκτήσει «δύναμη καθαρτική και ενέργεια, γίνει δώρο αγιασμού, αμαρτημάτων λυτήριον, ίαμα ψυχών και σωμάτων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον». 
Επίσης παρακαλεί τον Θεό το νερό του Αγιασμού να διώχνει μακριά τον κίνδυνο από ορατούς και αόρατους εχθρούς ,έτσι ώστε εκείνοι που το λαμβάνουν να το χρησιμοποιούν για την ευλογία των σπιτιών τους, για τον αγιασμό των ψυχών και των σωμάτων τους και να παίρνουν πλούσια την χάρι της Αγίας Τριάδος που είναι «η πηγή του αγιασμού και πάσης χάριτος».

Πότε τελείται ο Αγιασμός
Κάθε πρώτη του μηνός η Εκκλησία τελεί στους Ναούς τον Αγιασμό, ενώ κατά την επιθυμία των πιστών τελείται και σε άλλες περιπτώσεις της καθημερινής μας ζωής όπως κατά την θεμελίωση νέου σπιτιού η άλλης οικοδομής, κατά τα εγκαίνια του νέου σπιτιού, του νέου καταστήματος, του νέου αυτοκινήτου, του Σχολικού έτους, του Κατηχητικού έτους και άλλων πνευματικών δραστηριοτήτων, τελείται για ευόδωση της εργασίας, για ίαση ασθενειών, κατά της βασκανίας και των άλλων δαιμονικών επιθέσεων κ.τ.λ.
Στα Ευχολόγια της Εκκλησίας μας (Μεγάλο και Μικρό)υπάρχουν πάρα πολλές ευχές η οποίες λέγονται ανάλογα με την περίσταση που ο Ιερέας τελεί τον Αγιασμό, ενώ είναι αυτονόητο ότι για να υπάρξουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα μετά την τέλεση του, απαιτείται η ενσυνείδητη συμμετοχή του πιστού και η επιθυμία του να προσελκύσει με τον προσωπικό του αγώνα την Θεία Χάρι.
Τι είναι Αγιασμός;
«Αγιασμός των Υδάτων είναι η τελετουργική Πράξη δια της οποίας το νερό καθαγιάζεται με ορισμένες Ευχές και επικλήσεις της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, καθώς και με την σταυροειδή ευλογία και εμβάπτιση του Τιμίου Σταυρού. Η Τελετή αυτή λέγεται Αγιασμός ακριβώς γιατί με το ευλογημένο νερό, με την μετάληψη και τον ραντισμό πιστεύουμε ότι αγιαζόμαστε και καθαριζόμαστε από τις αμαρτίες μας. Γι΄ αυτό παρακαλούμε τον Θεό όπως το αγιασμένο νερό θεραπεύσει τις ψυχές και τα σώματα μας και να αποτρέψει κάθε σατανική δύναμη» .
Η χρησιμοποίηση αγιασμένου νερού συναντάται σε πολύ παλαιούς χρόνους της ζωής των χριστιανών. Από αρχαίους Εκκλησιαστικούς ιστορικούς μαθαίνουμε για θαύματα που έγιναν με τον ραντισμό του αγιασμένου νερού. Επίσης υπάρχει μαρτυρία η οποία μας πληροφορεί ότι Αγιασμός γινόταν κάθε μήνα στο παλάτι της Κωνσταντινουπόλεως παρουσία των Βασιλέων. Έτσι εξηγείται και το τροπάριο «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου…νίκας τοις βασιλεύσι..» που ψάλλεται όταν βαπτίζεται ο Τίμιος Σταυρός στο νερό.

Υπάρχει διαφορά Μικρού και Μεγάλου Αγιασμού;
«Ο Αγιασμός είναι Αγιασμός, είτε δίδεται την παραμονή των Φώτων, είτε την ίδια ημέρα είτε στο σπίτι. Δεν έχει διαφορά ο μικρός από τον μεγάλο αγιασμό. Λέγεται Μικρός η Μεγάλος, επειδή οι ευχές είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες, επειδή παρατείνεται περισσότερο η λιγότερο η σχετική ακολουθία. Θεαματικά είναι αυτά. Δεν σημαίνουν ουσία προκειμένου περί του καθαρού νερού που βρίσκεται στην λεκάνη. Το αγιασμένο νεράκι του Μικρού Αγιασμού, διατηρείται χρόνια όπως και το νεράκι του Μεγάλου λεγομένου Αγιασμού» .

Η Ακολουθία.
Η ακολουθία του μικρού Αγιασμού που τελείται τακτικότερα (ενώ του Μεγ. Αγιασμού τελείται δύο φορές τον χρόνο παραμονή και ανήμερα των Θεοφανείων) ξεκινά με την ανάγνωση του «Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου..»και συνεχίζεται με την ψαλμωδία τροπαρίων της Παναγίας μας καθώς και του Αγίου μας. Αφού διαβαστεί ο ψαλμός« Ελέησον με ο Θεός…» ψάλλεται ο Κανόνας της Παναγίας τα τροπάρια του οποίου αντιστοιχούν στα 24 γράμματα της Αλφαβήτου (Ακροστιχίδα). 
Κατόπιν αφού ψάλλούν και άλλα τροπάρια (επί το πλείστον της Παναγίας) ακολουθεί ο Τρισάγιος Ύμνος, ο Απόστολος ο οποίος αναφέρεται στην επιθυμία του Κυρίου να μας αγιάσει και να μας σώσει σαν αδελφούς και παιδιά του και το Ευαγγέλιο το οποίο αναφέρεται στο νερό της κολυμβήθρας της Βηθεσδά το οποίο αφού αγιαζόταν με την παρουσία Αγγέλου θεράπευε τις σωματικές ασθένειες των ανθρώπων. 
Στην συνέχεια λέγονται οι δεήσεις και οι ευχές δια των οποίων αγιάζεται το νερό και ιδιαιτέρως την στιγμή που ο Ιερέας το ευλογεί σταυροειδώς με το χέρι του. Ακολουθεί η «Βάπτιση» του Τιμίου Σταυρού στο αγιασμένο νερό, ο ραντισμός του χώρου που τελείται η ακολουθία, η ευλογία των πιστών με το αγιασμένο νερό και η προσκύνηση του τιμίου Σταυρού. Κατόπιν διαβάζεται η για την περίσταση κατάλληλη Ευχή, μνημονεύονται τα ονόματα για χάρη των οποίων τελείται ο Αγιασμός και γίνεται Απόλυση.

Τι χρειάζεται;
Για να τελεσθεί ο Αγιασμός χρειάζεται μια μικρή λεκάνη με καθαρό νερό, λίγο βασιλικό η δενδολίβανο, το θυμιατήρι του σπιτιού και το κανδήλι. Ο Ιερέας θα έχει μαζί του το επιτραχείλιο, το Ευαγγέλιο, τον Σταυρό και το «Ευχολόγιο». Σε ένα χαρτί γράφουμε τα ονόματα της Οικογένειας μας η οποία πρέπει να είναι παρούσα και συμπροσευχόμενη στην ακολουθία.

Κάτι σαν επίλογος.

«Μπορούμε στο σπίτι μας να έχουμε Αγιασμό, αρκεί να μην τον ξεχνάμε στο εικονοστάσι, αλλά να τον χρησιμοποιούμε κάθε φορά που παρουσιάζεται ανάγκη». 
Είναι ευλογία και μια «καλή και ευλογημένη συνήθεια» να πίνουμε καθημερινά Αγιασμό πριν πάρουμε το πρωινό μας και αφού έχουμε πλύνει το πρόσωπο μας εκτός βέβαια αν έχουμε να κοινωνήσουμε των Αχράντων Μυστηρίων. Αν κοινωνήσουμε τότε τρώμε πρώτα το Αντίδωρο μας και ύστερα πίνουμε τον Αγιασμό ο οποίος βρίσκεται μόνιμα στον πρόναο της Εκκλησίας μας.

Με την καθημερινή επαφή μας με τον Αγιασμό βάζουμε ολόκληρη την ημέρα μας κάτω από την ευλογία του Θεού ενώ δεν παραλείπουμε την συμμετοχή μας τακτικά στο Ποτήριο της Ζωής με την Κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Χριστού μας γεγονός που μας χαρίζει τον κατ΄ εξοχήν Αγιασμό, την Ευλογία και την Σωτηρία.